Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

 ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ “ΕΘΝΙΚΟ ΣΠΟΡ” ΑΛΛΩΝ ΕΠΟΧΩΝ

Τα “καμάκια” των Χανίων

Μαζί με την άνθιση του τουρισμού, ξεπετάχτηκε και το “εθνικό σπορ” της εποχής, το “καμάκι”. Τα Χανιά είχαν τη δική τους ιστορία, αφού σε μια εποχή που τα ήθη ήταν “σφιχτά” οι αλλοδαπές καλλονές από τον Βορρά ήλθαν να φέρουν τα πάνω – κάτω στην καθημερινότητα της εποχής.
Σεξουαλική απελευθέρωση, ανατροπή των καθιερωμένων στα ΄70ς και στα ΄80ς κυρίως αλλά όχι μόνο. Την αλήθεια για τα “καμάκια” των Χανίων αναζητήσαμε μέσα από διηγήσεις ανθρώπων που έζησαν τις εποχές αυτές.
Για περισσότερο από 4 μήνες, μιλήσαμε με πάνω από 50 ανθρώπους, ακούσαμε και καταγράψαμε ιστορίες, επιβεβαιώσαμε ή απορρίψαμε γεγονότα, μας διηγήθηκαν υπερβολές αλλά και αλήθειες. Πολλοί εκ των πρωταγωνιστών των εποχών εκείνων δεν θέλησαν να μιλήσουν ανοικτά. Άλλοι οικογενειάρχες, άλλοι φαίνεται να αφήνουν πίσω τις νεανικές τρέλες και να μη θέλουν να τις επαναφέρουν, άλλοι πάλι δέχτηκαν να θυμηθούν μαζί μας ιστορίες από μια όχι και τόσο μακρινή εποχή.

΄70ς: Η λέξη “καμάκι” καθιερώθηκε από εδώ!
«Είναι παρεξηγημένη η λέξη “καμάκι”. Τότε οι νεολαίοι ήμασταν εντάξει. Η παρέα μας ήταν διαφήμιση για τα Χανιά», είναι τα λόγια του Γιάννη Σταματάκη. Δυνατός καρδιοκατακτητής της εποχής του έχει να μας διηγηθεί πολλές ιστορίες.
«Η έδρα μας ήταν το Καλαμάκι. “Σαν Τροπέ” το λέγαμε τότε», αναφέρει και μας λέει μια ιστορία για το πώς προέκυψε η λέξη “καμάκι”.
«Ήταν μια Αγγλίδα, η Σούζαν, ωραία κοπέλα, χορεύτρια και τραγουδίστρια. Τότε που βγάλαμε τη φωτογραφία με την πετσέτα με το σήμα της Ειρήνης στα 1971, ήμασταν στην παραλία στο Καλαμάκι και πολλοί από εμάς ψαρεύαμε χταπόδια με τα καμάκια. Το έβλεπε αυτή και της έμεινε. Την επόμενη μέρα πήγε μια βόλτα στο λιμάνι και γύρισε αναστατωμένη στο Καλαμάκι. “Τι έγινε, ρε Σούζαν;” τη ρωτήσαμε, “μου όρμησαν στο λιμάνι 4 – 5 άτομα, με τα χέρια… Όπως εσείς ψαρεύατε τα χταπόδια με το καμάκι έτσι ήλθαν και σε εμένα!”. Της την “έπεσαν” κάποιοι τώρα με άσχημο τρόπο και πήγαν να της βάλουν χέρι. Τέλος πάντων αυτό μας έμεινε και αρχίσαμε να το λέμε γι’ αυτόν που ψάχνει γυναίκα: “Την καμάκωσα”, “Αυτός είναι καμάκι” κ.ά. Μετά τον χειμώνα όταν είχαμε ανέβει στην Αθήνα διάφοροι “Κολομπίτες” των Χανίων το λέγαμε και εκεί “ρε συ κάνε καμάκι” αν βλέπαμε μια ωραία γυναίκα. Το άκουγε ο κόσμος και έμεινε η έκφραση. Γι’ αυτό σου λέω το “καμάκι” βγήκε από τα Χανιά, όχι από τη Μύκονο που λένε…», αναφέρει ο Γιάννης.
ΩΡΑΙΟΙ ΤΥΠΟΙ
Τον ρωτάμε για το στυλ του εν Χανίοις “καμακιού”. «Ήμασταν ωραίοι τύποι, προσεγμένοι, γυμνασμένοι, παίζαμε ρακέτες, βόλεϊ, κολυμπούσαμε. Πηγαίναμε στην κοπέλα, της λέγαμε “είσαι πολύ όμορφη”, “είσαι πολύ ωραία”, “θέλεις να κάνουμε παρέα”; Δεν κάναμε χυδαιότητες… Ξέραμε και να χάνουμε, υπήρχαν και αποτυχίες, αν μας απόρριπτε μια γυναίκα, δεν την βρίζαμε, δεν είχαμε άσχημη συμπεριφορά! Παίζαμε ρακέτες συνέχεια, έφευγε το μπαλάκι πήγαινε εκεί που καθόταν η κοπελιά, πήγαινες να το πάρεις, έκανες τη γνωριμία σου…Το ωραιότερο καμάκι γινόταν στο ντους. Έβλεπαν οι δικοί μας μια ωραία κοπέλα που καθόταν στον ήλιο, πήγαιναν να της μιλήσουν, έτρωγαν τη χυλόπιτα. Στο ντους στο καλαμάκι ήταν τότε ο κ. Πέτρος και εισέπραττε μια δραχμή για τη χρήση του, αλλά τις τουρίστριες τις άφηνε τζάμπα. Με συμπαθούσε λοιπόν και μου έκανε νόημα και πήγαινα τότε να ανοίξω συζήτηση, να τους πιάσω κουβέντα, αφού είχαν κάνει το μπάνιο τους».
Πέρα από την παραλία γνωριμίες γίνονταν και σε άλλα σημεία. «Πηγαίναμε στο λιμάνι και κατεβαίναμε τη Χάληδων και έπεφταν πάνω σου οι γυναίκες. Ήταν πολλές που ψάχνονταν, ήταν πιο απελευθερωμένες, πιο άνετες, τους άρεσε και το στυλ του μελαχρινού Έλληνα. Όταν τις γνωρίζαμε πηγαίναμε σε εστιατόρια, δεν υπήρχαν τότε καφετέριες και beach bar όπως τώρα. Στις ντίσκο ήταν η Number One, η Stork, το Κρι-κρι, το Vat, το “Λυχνάρι”. Ντυνόμασταν ωραία, μαύρο πουκάμισο, άσπρο παντελόνι, ή όλα μαύρα – όλα άσπρα. Είχε έλθει και μια Αμερικάνα δημοσιογράφος που έκανε ρεπορτάζ και μας είχε πάρει συνέντευξη για το “καμάκι”. Με ρώτησε και αυτή πώς γνωρίζουμε τις τουρίστριες. Και της λέω π.χ. ότι ο ρεσεψιονίστ του ξενοδοχείου του “Λουκία” ήταν φίλος μου, αυτός ρωτούσε τις πελάτισσες του από πού είναι, σε ποια πόλη μένουν, σε ποιο μαγαζί συχνάζουν εκεί και μου τα μετέφερε. Την έβλεπα μετά εγώ στον δρόμο την κοπέλα και της έλεγα “ωωω σε έχω δει στο τάδε club, στην τάδε πόλη”. Ξαφνιαζόταν! Αυτός ο τρόπος ήταν αλάνθαστος, έπιανε πάντα. Τρελάθηκε η Αμερικάνα δημοσιογράφος το έγραψε κατευθείαν στις σημειώσεις της. “Οι καλές πληροφορίες, είναι το πιο σημαντικό”, της λέω…Μετά η οικογένειά μου είχε ένα ξενοδοχείο στη 1866 το “Αβέρωφ”. Έβλεπα και εγώ τι έμπαινε, τι έβγαινε, μόλις μου άρεσε κάποια πήγαινα κατευθείαν να της μιλήσω. Υπήρχαν φορές που γνώριζες μια, της έκλεινες ραντεβού για το βράδυ, αλλά γνώριζες στο “καπάκι” μια άλλη και πήγαινες με αυτή. Θυμάμαι που είχα κλείσει ραντεβού με μια Γαλλίδα αλλά δεν πήγα, γιατί γνώρισα μια Σουηδέζα. Ήμουν με τη Σουηδέζα στο club, έρχεται η Γαλλίδα και με ρωτάει “είσαι ο Ζαν;”. Τι να πω και εγώ “όχι, όχι, μάλλον θα συνάντησες τον δίδυμο αδελφό μου”».
ΠΛΑΚΕΣ
«Γνώρισα ένα ξεναγό που έφερνε από τα Μάλια κάθε Παρασκευή ένα λεωφορείο γυναίκες για να πάνε την επομένη στη Σαμαριά. Μου λέει λοιπόν αυτός να τις συνοδεύσω στη θάλασσα.  Αποφασίζω να κάνω μια πλάκα στην παρέα μου στο Καλαμάκι! Συνεννοούμαι λοιπόν με τις τουρίστριες, θα ήταν καμιά 20αριά, να πάνε στο Καλαμάκι να ξαπλώσουν στη σειρά στην παραλία και μετά μόλις εμφανιστώ να τρέξουν, να με περικυκλώσουν, να με αγκαλιάσουν! Τους άρεσε η ιδέα και συμφώνησαν… Πάνε στο Καλαμάκι, ξαπλώνουν, “πέφτει σύρμα” εκεί στα “καμάκια” που είναι από πάνω και “ξερογλείφονται” και ετοιμάζονται, εμφανίζομαι λοιπόν και τρέχουν αυτές με περικυκλώνουν φωνάζοντας “Τζον, Τζον”, έπαθαν πλάκα οι δικοί μου!… Κάτι άλλο που κάναμε ήταν οι γάμοι. Κοιτούσαμε στην εφημερίδα πού θα γινόταν γάμος, παίρναμε λοιπόν τις ξένες και πηγαίναμε εκεί στο τραπέζι, χωρίς να ξέρουμε το ζευγάρι ή τους κουμπάρους. Είχε έλθει πίσω στα Χανιά ένας φίλος, ο “Μάικ”, που έλειπε για μια 10ετία στην Ελβετία. Γνωρίζω λοιπόν 5 Γερμανίδες και λέω στον φίλο θα τις πάμε βόλτα σε γάμο. Βρήκαμε ένα γάμο στις Μουρνιές, πάμε λοιπόν εκεί και καθόμαστε στο τραπέζι. Έλα όμως που ο γαμπρός ήταν παιδικός φίλος του “Μάικ”! Τρελάθηκε ο γαμπρός νόμιζε ότι ο άλλος ήλθε από την Ελβετία για τον γάμο! Μας έβαλαν μπροστά στην πίστα με τις Γερμανίδες και “δώστου” να μας φέρνουν φαγητά και ποτά! Ωραίες πλάκες, ωραίες εποχές… Μετά κάπου χάλασε η δουλειά τη δεκαετία του ΄80, ήταν κάποιοι που την “έπεφταν” άσχημα, κάποιοι άλλοι που προσέγγιζαν τις κοπελιές για να τις κλέψουν. Π.χ. ήταν τότε τα “Λυράκια” όπου σύχναζαν πολλές ξένες και “καμάκια” αλλά τις μεθούσαν, τσακώνονταν μεταξύ τους, αν πήγαινες με ξένη εκεί της την έπεφταν για να την πάρουν».
Το τελευταίο “καμάκι” του Γιάννη ήταν και το καλύτερο καθώς γνώρισε την Karen, που έγινε γυναίκα του και μαζί έφτιαξαν μια ωραία οικογένεια.
«Ο ΤΡΟΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΝ…»
«Εμένα η διαφορά ήταν ότι μου έκαναν καμάκι οι γυναίκες, δεν έκανα καμάκι…», είναι τα λόγια του Νίκου. Γέννημα – θρέμμα του παλιού λιμανιού, μεγάλωσε με μεγάλες δυσκολίες τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αργότερα δούλεψε στον τουρισμό, έφυγε στο εξωτερικό, ξαναγύρισε, έκανε δική του δουλειά.
«Δεν θέλω να το παινευτώ αλλά ήμουν πολύ παιδαράς όταν ήμουν νέος. Έτσι δεν μου έλειπαν οι κατακτήσεις. Πάνω που είχα τελειώσει τον στρατό και βλέπω ένα κολλητό μου εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 να φτιάχνει ένα μαγαζί στη Νέα Χώρα. “Νικόλα θα κάνω ντισκοτέκ, σε θέλω γιατί ψάχνω άτομο να παίξει μουσική”, μου λέει. Ξέρεις εγώ ήμουν “γιεγιές”, μου άρεσε η ξένη μουσική, είχα και έχω ακόμα πολλούς δίσκους. Είπα λοιπόν ναι και ξεκίνησα να δουλεύω τότε στη Number One την πρώτη ντίσκο των Χανίων ως Dj. Ως Dj τότε δεν χρειαζόταν να κάνεις τίποτα, οι γυναίκες έρχονταν σε εσένα», θυμάται ο Νίκος.
Του ζητάμε να φέρει στη μνήμη του κάποια ιδιαίτερα συμβάντα. «Εκεί που είναι τώρα το Starbacks στην πλατεία Συντριβανίου ήταν ένα καφενείο. Καθόμασταν εκεί μια παρέα και  κατεβαίνουν δύο κοπέλες από τη Χάληδων πανέμορφες! Μου λέει ένας φίλος εκεί “αν πας και τις φέρεις εδώ έχει κέρασμα από μένα ένα τραπέζι”. Περνάνε αυτές από μπροστά τις ακολουθώ, τις περνάω, μπαίνω μπροστά και τις σταματώ. Τότε δεν μιλούσα πολύ καλά τη γλώσσα, σπαστά Αγγλικά αυτό όμως άρεσε στα κορίτσια έτσι που προσπαθούσα να τους μιλήσω τους φάνηκε διασκεδαστικό. Τους λέω, λοιπόν, ότι έβαλα στοίχημα με έναν φίλο μου ότι είναι  Σουηδέζες. Γελούσαν αυτές, μου λένε δεν είναι Σουηδέζες, “κρίμα” τους λέω “έχασα το στοίχημα… Δεν έρχεστε εδώ στο καφενείο να σας κεράσουμε” και ήλθαν! Έπαθαν εγκεφαλικό οι άλλοι, μέσα σε 3 – 4 λεπτά τις είχα φέρει στο τραπέζι μας».
Ακολούθησαν πολλές άλλες γνωριμίες και ταξίδια στο εξωτερικό, αφού «αυτές που γνώριζα το καλοκαίρι με προσκαλούσαν μετά στη χώρα τους τον χειμώνα και πήγαινα. Έχω πάει και εγώ δεν ξέρω σε πόσες χώρες».
Όσο για το “μυστικό” πέρα από την εμφάνιση για τον Νίκο ήταν ο τρόπος. «Πάντα ήμουν χαλαρός. Μιλούσα ωραία, δεν πήγαινα σα χωριάτης. Ήταν μερικά “καμάκια” που ήθελαν αμέσως να ρίξουν τη γυναίκα στο κρεβάτι… μα δεν γίνονται έτσι τα πράγματα ρε παιδιά. Δεν γίνεται! Εγώ είχα έναν ωραίο τρόπο, τον σωστό κατά την άποψή μου. Ήμουν τζέντλεμαν! Επίσης είναι σημαντικό να ψυχολογήσεις τη γυναίκα. Τι ρόλο παίζει, τις της αρέσει, είναι ευαίσθητη, ρομαντική, πιο δυναμική. Τα πρώτα “καμάκια” έβλεπαν τουρίστρια και έπεφταν πάνω της λες και δεν είχαν ξαναδεί γυναίκα!».

΄80ς: Οι «Λάκηδες»…που δεν τους ξέφευγε τίποτα
Αρχές δεκαετίας του ΄80 ήταν από τις “χρυσές” εποχές του “καμακιού” στα Χανιά, αφού ο τουρισμός γινόταν πιο μαζικός. Ανάμεσα στα “καμάκια” αυτών των ετών οι “Λάκηδες”. Μια παρέα 4 – 5 νέων Χανιωτών της εποχής. «Ήταν ψηλοί, γυμνασμένοι, φορούσαν ωραία ρούχα για την εποχή, μαύρα γυαλιά και δεν “κώλωναν” πουθενά. Αν ήταν να την πέσουν σε τίποτα χίπισσες έβαζαν χαϊμαλιά, αν ήταν να την πέσουν σε τίποτα κυριλέ ντύνονταν ανάλογα. Τους έλεγαν “Λάκηδες” γιατί -ο ας πούμε αρχηγός τους- λεγόταν Λάκης και έτσι είχε βγει το όνομα σε όλη την παρέα. Η αλήθεια είναι πως τους κυνηγούσαν και οι γυναίκες γιατί ήταν ωραία παιδιά. Δεν υπήρχε περίπτωση να την πέσουν σε γυναίκα και να μην φύγουν μαζί της, δεν “παίζονταν” με τίποτα οι τύποι. Θυμάμαι ένα ζευγάρι Αυστριακών που είχε έλθει για “μήνα του μέλιτος” και ένας από τους “Λάκηδες” ξελόγιασε τη γυναίκα και την πήρε, την έψαχνε ο άνδρας της πήγε και τη δήλωσε στην Αστυνομία! Απίστευτα πράγματα! Τους έβλεπες να κατεβαίνουν στην παραλία και σε πέντε λεπτά να ανεβαίνουν και πάλι με μια γυναίκα ο καθένας!», θυμάται ο Kωστής, παλιός του λιμανιού.
Τους “Λάκηδες” θυμάται και ο Σωκράτης Μελισσινός. «Τους “Λάκηδες” επειδή ήταν ωραία παιδιά τους κυνηγούσαν οι ξένες, τους έψαχναν».
Δική του ομάδα είχε ο Γιώργος που διατηρούσε πανσιόν στην πόλη. «Το 1983 ήμουν 20 χρονών και μαζί με άλλους 4 φίλους κυνηγούσαμε τις ξένες, γιατί ήταν πιο απελευθερωμένες. Μέχρι τότε οι περισσότερες ντόπιες έμεναν στο λιμάνι μέχρι τις 7 – 8 το απόγευμα. Μετά σπίτι τους. Εγώ ήμουν τυχερός γιατί είχαμε μια πανσιόν και καθημερινά πήγαινα στο ΚΤΕΛ. Έβλεπα αυτές που έρχονταν με τα σακίδια και τους πρότεινα να έλθουν στην πανσιόν μας. Αν μου άρεσαν τους έλεγαν να βγούμε το βράδυ, να πάμε για φαγητό, για χορό. Οι περισσότερες ήταν Γερμανίδες και Αγγλίδες και κάποιες Ιταλίδες. Ήταν από ντίσκο η Majestic, η Αριάδνη, η Εστέλ, η Φιγκαρό, η Λατώ, η Stork. Τα μαγαζιά μάς ήθελαν και μας έλεγαν ανοικτά να τις φέρνουμε στα δικά τους εστιατόρια, στα δικά τους καφέ και μας έκαναν καλύτερες τιμές για τα δικά μας ποτά και μας κερνούσαν και μερικές φορές. Μας θέλανε γιατί τους φέρναμε κόσμο. Έπαιρνα το αμάξι του πατέρα μου και τις πηγαίναμε βόλτα στο Μάλεμε στο “Χανδρής” το ξενοδοχείο που έκανε beach party, στη “Σφίγγα” τη Ντίσκο εκεί, σε μια άλλη που υπήρχε στις Καλύβες. Το κόστος ζωής μας επέτρεπε να ζούμε καλά. Ήταν το μεροκάματο τότε 2.500 δρχ. τη μέρα, 100 δρχ. ο καφές, το Μάλμπορο 37 δρχ. Υπήρχε και αλληλοϋποστήριξη μεταξύ μας και εμπιστοσύνη, οι φίλοι ήταν φίλοι! Μετά το χειμώνα από τις καλοκαιρινές γνωριμίες πηγαίναμε για να τις βρούμε στη Γερμανία και στις χώρες τους και μας φιλοξενούσαν αυτές. Θυμάμαι ότι είχε κατέβει τότε η ΕΡΤ με ένα συνεργείο το 1985 και είχε κάνει εκπομπή για τα “καμάκια” στο “Κανάλι” και είχα μιλήσει τότε. Επειδή έπαιζα μπάλα επρόκειτο να πάρω μετεγγραφή από μια ομάδα του τοπικού σε άλλη. Τη μέρα που θα υπέγραφα μου λένε εκεί «σε είδαμε χθες στην ΕΡΤ να μιλάς για τα “καμάκια”. Αφού ξενυχτάς πως θα παίζεις; Η μετεγγραφή παραλίγο να μην προχωρήσει … Τώρα, τόσα χρόνια μετά μαζευόμαστε η ίδια παρέα, τα συζητάμε και γελάμε με τις παλιές μας ιστορίες».
Ρωτάμε τον Γιώργο για τους “Λάκηδες”. «Αυτοί ήταν άλλη παρέα. Άλλαζαν ρούχα πρωί, μεσημέρι, βράδυ, φορούσαν και κάτι φουλάρια στον λαιμό. Δεν ήταν μορφωμένα παιδιά, αλλά είχαν θράσος, ήταν ομορφόπαιδα. Ό,τι ήθελαν το έπαιρναν. Λίγα Αγγλικά ήξεραν, αλλά ήταν από το πρωί μέχρι το βράδυ στο λιμάνι. Δεν έκαναν τίποτα άλλο, το έπαιζαν εραστές και τους κερνούσαν οι κοπέλες γιατί αυτοί δεν είχαν λεφτά. Είχαν βρει ένα τρόπο να περνάνε καλά την τουριστική σεζόν. Θα το έκαναν για καμιά 10ετία. Κινούνταν μόνο στο λιμάνι και στην παλιά πόλη γιατί δεν είχαν μεταφορικό μέσο…».
ΣΤΙΣ ΜΟΥΣΕΣ
Από το 1978 στο παλιό λιμάνι στις “Μούσες” ο Σωκράτης Μελισσινός, τότε το μαγαζί του ήταν επίκεντρο της όλης τουριστικής κίνησης. «Τέλη ΄70 και αρχές ΄80, είχαμε ελάχιστους Σκανδιναβούς στα Χανιά. Ήταν περισσότερες Γαλλίδες, Γερμανίδες και βέβαια Αγγλίδες. Λέγαμε όλοι τα δικά μας τα παιδιά “καμάκια” αλλά στην ουσία οι ξένες ήταν που ζητούσαν συντροφιά και τους την έπεφταν. Ηλιοκαμένα τα δικά μας τα παιδιά είχανε μεγάλη πέραση. Το μαγαζί μου θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι το ΄81 όταν το κλείναμε στις 3 τα ξημερώματα μπορεί να περίμεναν απ’ έξω και 80 ξένα κορίτσια. Γιατί; Γιατί μετά τις παίρνανε και πήγαιναν σε διάφορα σπίτια στο Ακρωτήρι ήταν δύο, ένα στη Χαλέπα, όπου γίνονταν πάρτι μέχρι το πρωί. Καταλαβαίνεις τι γινόταν…Αλλά και άλλα πολλά πράγματα γίνονταν τότε στο λιμάνι γιατί έρχονταν ζευγάρια ξένων πολύ απελευθερωμένων που έκαναν διάφορα πράγματα που τρελαίνονταν οι δικοί μας γιατί και τα ήθη ήταν ακόμα λίγο αυστηρά. Μετά με τους Σκανδιναβούς που έφεραν τα γραφεία τα πράγματα χαλάρωσαν ακόμα περισσότερο…».
ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΚΑ ΠΑΙΔΙΑ
Όλοι οι συνομιλητές μας έχουν να θυμηθούν όμως και κάποιες άσχημες ιστορίες. «Ήταν και ορισμένοι που προσέγγιζαν τις ξένες με άλλους σκοπούς, για να τις κλέψουν. Γνώριζε ο άλλος μια τουρίστρια πήγαιναν για μπάνιο στη Νέα Χώρα και κανόνιζε όταν ήταν μέσα στη θάλασσα ο κολλητός του να πάει να ψάξει τα πράγματά της και να της πάρει λεφτά, χρυσαφικά ό,τι είχε. Επίσης άλλοι τις μεθούσαν επίσης για να τις κλέψουν. Ήταν και αυτά συμπτώματα της εποχής», θυμάται ένα παλιό “καμάκι”.
Ο Σ. Μελισσινός πάλι θυμάται πως «ήταν και ορισμένοι κακά παιδιά. Τους είχα “κόψει” από το μαγαζί! Αν πατούσαν μέσα θα τους έκοβα τα πόδια και το είχα ξεκαθαρίσει και στην Αστυνομία και σε κάθε υπεύθυνο. Γιατί; Γιατί έκαναν ασχήμιες, σαχλαμάρες, έβαζαν φασαρίες! Το μαγαζί μου είχε ένα “πρόσωπο”, ήταν κάθε μέρα γεμάτο, δεν μπορούσα να δεχθώ άσχημες συμπεριφορές από κάτι “μαγκάκια”».
΄90ς: «Αποστολή… Πλατανιάς»
«Γιατί έκανα “καμάκι”; Προσωπικά μου άρεσε ο τύπος αυτός της γυναίκας, η ξανθιά,η ψηλή, η γαλανομάτα. Στο τέλος βέβαια παντρεύτηκα Ελληνίδα και μελαχρινή (γέλια)», αναφέρει ο “Παντελής” που μαζί με τον “Γιάννη” δραστηριοποιούνταν έντονα τη δεκαετία του ΄90 στο “σπορ”. «Σε εμένα αυτό που άρεσε περισσότερο από όλα ήταν το φλερτ. Η φάση του να πας, να της μιλήσεις, να την “ψήσεις”. Αυτό για μένα ήταν το πιο ωραίο πράγμα», λέει ο “Γιάννης”.
«Τελειώσαμε το Λύκειο το ΄91. Άλλος φοιτητής, άλλος στρατιώτης, άλλος βρήκε μια δουλειά. Ήμασταν μια παρέα 4 – 5 άτομα που βρισκόμασταν τα καλοκαίρια και ψάχναμε για τουρίστριες. Αυτό γίνονταν για 6 – 7 χρόνια, άλλοτε πιο έντονα, άλλοτε πιο χαλαρά. Είχαμε έναν φίλο που δούλευε στη Νέα Χώρα και μας έλεγε τι κυκλοφορούσε εκεί στην παραλία, κάναμε “περασάδες” και εμείς στους Αγ. Αποστόλους στο “Ιguana”, στις άλλες καντίνες. Και βέβαια κάθε σχεδόν βράδυ στον Πλατανιά. Αρχικά με τα παπάκια, μετά με το παλιό Citroen πατέρα φίλου μας. Παρκάραμε πίσω από τον “Μύλο του Κερατά” και η… περιπολία μας ήταν στον κεντρικό δρόμο. Ήταν νύχτες που μπορεί να πηγαίναμε και 3 και 4 φορές μέχρι και το Rock House. Την “πέφταμε” σε αυτές που έκαναν βόλτα στα μαγαζιά, που κάθονταν στην πλατεία, όχι πάντα με επιτυχία, αλλά σου είπα μας άρεσε το φλερτ. Θυμάμαι να έχουμε γνωρίσει δύο Νορβηγίδες και στο cafe που πήγαμε δούλευε επίσης μια Νορβηγίδα. Τους έλεγε αυτή στη γλώσσα τους, γιατί μας το μετέφεραν, ότι “να προσέχετε”, “να μην τους έχετε εμπιστοσύνη”. Εντάξει, εμείς γελούσαμε γιατί δεν είχαμε κατά νου κάτι κακό», θυμάται ο “Γιάννης”. Ο “Παντελής” πάλι ξαναγυρίζει νοερά στα στέκια. «Πολύ καλό για γνωριμίες ήταν τότε το “Splendid” που υπάρχει ακόμα, η “Διέλευση”, το “Eclipse”. Εκεί μπορούσες εύκολα να κάνεις γνωριμία, αν και δεν συνέφερε να κάτσεις πολύ με γυναίκα γιατί στα μαγαζιά αυτά ήταν πολλά τα “καμάκια”, ήταν και οι “μπάρμεν” και οι Dj που παίζανε “μπάλα” και είχανε το πλεονέκτημα ότι μπορούσαν να κεράσουν όσο θέλουν και να την έχανες τη δικιά σου. Όταν λοιπόν γνωρίζαμε κάποιες θα της πηγαίναμε τότε στην “Ουτοπία”, που ήταν πιο χαλαρό μέρος και καλύτερο για να γίνει κάτι. Άλλοι πήγαιναν και στο “Rock House” όπου σύχναζαν πιο ώριμες γυναίκες. Βέβαια υπήρχε και η “Portocali” ήταν από τις καλύτερες disco τότε στη χώρα. Πηγαίναμε από νωρίς για να δούμε τι παίζεται, σε ποια σημεία κάθονται και είναι μόνες τους και  περιμέναμε να ξεκινήσει το πρόγραμμα, να κατέβουν τα ρομποτικά από την οροφή, να πλημμυρίσει η πίστα καπνό και μετά να μπει όλο το μαγαζί να χορεύει. Εκεί ήταν η καλύτερη ευκαιρία για γνωριμία, πάνω στον χορό! Όταν άνοιξε και ο “Μύλος” πηγαίναμε και από εκεί αν και στην αρχή είχε “σκληρή” πόρτα. Στην παλιά πόλη ήταν τότε το “Klik”, το “Ελ Μούντο”, το “Νota Bene” που ήταν καλά στέκια αρκεί να μην ήταν πολλοί Αμερικάνοι από τη Βάση και τα πλοία γιατί έπιναν πολύ, την έπεφταν άγαρμπα και έκαναν και φασαρίες. Αυτά μέχρι τέλη του ΄90, μετά… σοβαρευτήκαμε. Τώρα όλοι λένε ότι ελάχιστο “καμάκι” γίνεται. Κάτι παιδιά Αλβανοί κάτι Σύροι που δουλεύουν στα μαγαζιά αυτοί κάνουν “καμάκι”».
Όσο για τις τεχνικές προσέγγισης, οι φίλοι μας θυμούνται δύο χαρακτηριστικές. «Ήταν ένας από την παρέα που δεν ήταν ζωόφιλος. Φρόντιζε όμως να δανειστεί ένα κουτάβι πολύ μικρό το καλοκαίρι, το έπαιρνε λοιπόν και κατέβαινε στην παραλία. Τρελαίνονταν τα κορίτσια, “τι γλυκό” και “τι ωραίο! Και πώς το λένε;”. Γινόταν στο πι και φι η γνωριμία, καθόταν δίπλα τους, κανόνιζε για το βράδυ. Δύο άλλοι, πάλι είχαν πάρει μια κάμερα της εποχής, με βιντεοκασέτα και ένα μικρόφωνο. Πήγαν λοιπόν στο Λαφονήσι και έλεγαν ότι είναι από το ΜΤV και ότι κάνουν ένα ρεπορτάζ για την περιοχή και όπου ήταν γυναίκες πήγαιναν και τις ρωτούσαν δήθεν γιατί ήταν δημοσιογράφοι. Πήγαν σε όσες βρήκαν εκεί και μετά κάθισαν για να ξεκουραστούν σε αυτές που τους άρεσαν περισσότερο…».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου