Τρίτη, 6 Αυγούστου 2019

ΜΙΑ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Περίπατος στη μεγάλη αμμούτσα της Ν. Χώρας

Στην αμμουδιά της ανδρώθηκαν γενιές και γενιές, έθρεψε οικογένειες, αποτέλεσε το σημείο αναφοράς των Χανίων και… παραμένει το ίδιο και σήμερα. Πολύ διαφορετική σε σύγκριση με το παρελθόν, με βασικά κοινά σημεία αναφοράς τη θάλασσα και τον άνθρωπο. Μια ιστορική αναδρομή στην “αμμούτσα” της Νέας Χώρας, όπως την ξέρουν οι παλαιότεροι, στην ακτή Παπανικολή -όπως ονομάζεται σήμερα- επιχειρούμε μέσα από τις διηγήσεις των ανθρώπων που ζουν την περιοχή.
Η ακτή της Νέας Χώρας και το λιμάνι όπως είναι σήμερα
Η ακτή της Νέας Χώρας και το λιμάνι όπως είναι σήμερα
Η ακτή της Νέας Χώρας και το λιμάνι όπως είναι σήμερα
Η ακτή της Νέας Χώρας και το λιμάνι όπως είναι σήμερα
Μέσα από ένα ποίημα
Ο Νεοχωρίτης, δάσκαλος – ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας Γιώργος Πιτσιτάκης, μιλώντας στα “Χ.ν.” για το χθες της ακτής Παπανικολή θυμάται την “αμμούτσα”, έτσι λεγόταν τότε η περιοχή, που σημαίνει πως ήταν άμμος και μάλιστα έφτανε από την ακτή μέχρι ψηλά, κοντά στην οδό Σελίνου.
Σ’ αυτήν την αμμουδιά, η σπουδαία Νεοχωρίτισσα ποιήτρια Βικτωρία Θεοδώρου που μεγάλωσε εκεί, έχει αφιερώσει το ποίημά της «Στην άμμο» από την ποιητική συλλογή «Κατώφλι και παράθυρο» (1962). Στους πρώτους στίχους λέει:
«Στην άμμο εκεί στην αμμουδιά που 
καίει τους σπόρους
που δε στεριώνουν τα θεμέλια των σπιτιών                                                                                                              
κι όλα τα γλύφει η θάλασσα, 
μεγάλωσα παιδί, μαζί με τ’ άλλα. 
Τα μάτια μας τα φλόγωναν οι μισιριώτικοι άνεμοι
μες το φαγί, μες το ψωμί, μες τα μαλλιά μας η άμμος. […]».
ο δάσκαλος - ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας Γιώργος Πιτσιτάκης, με φόντο τη θάλασσα της Ν. Χώρας όπου μεγάλωσε ως παιδί
ο δάσκαλος – ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας Γιώργος Πιτσιτάκης, με φόντο τη θάλασσα της Ν. Χώρας όπου μεγάλωσε ως παιδί
Στις αρχές του 20ού αιώνα υπήρχαν μόνο μερικά σπιτάκια εδώ και εκεί… Ένας φοίνικας, «το βαγί» στεκόταν στην άκρη, εκεί που είναι σήμερα το λιμανάκι της Ν. Χώρας, στο μυχό του κολπίσκου και δίπλα του υπήρχε ο τάφος του Σίτι Μπιλάλ, ενός Μουσουλμάνου αξιωματούχου, ο οποίος είχε σκοτωθεί στην πολιορκία των Χανίων το 1645 και οι μουσουλμάνοι τον είχαν αγιοποιήσει. Ο τάφος αυτός δεν υπάρχει πια. Απέναντι ακριβώς ήταν ο μαντρότοιχος του εβραϊκού νεκροταφείου και παραδίπλα στα δυτικά κάποια λίγα κτίσματα. Ένα από αυτά ήταν το καφενείο του Φραγκιού, το μοναδικό σήμερα που στέκει από τη δεκαετία του 1910.
Στις αρχές του 20ού αιώνα υπήρχαν μόνο μερικά σπιτάκια εδώ και εκεί… Ένας φοίνικας, «το βαγί» στεκόταν στην άκρη, εκεί που είναι σήμερα το λιμανάκι της Ν. Χώρας, στο μυχό του κολπίσκου και δίπλα του υπήρχε ο τάφος του Σίτι Μπιλάλ, ενός Μουσουλμάνου αξιωματούχου, ο οποίος είχε σκοτωθεί στην πολιορκία των Χανίων το 1645 και οι μουσουλμάνοι τον είχαν αγιοποιήσει. Ο τάφος αυτός δεν υπάρχει πια. Απέναντι ακριβώς ήταν ο μαντρότοιχος του εβραϊκού νεκροταφείου και παραδίπλα στα δυτικά κάποια λίγα κτίσματα. Ένα από αυτά ήταν το καφενείο του Φραγκιού, το μοναδικό σήμερα που στέκει από τη δεκαετία του 1910.
«Ως παιδί θυμάμαι τις ιστορίες για τα βάσανα της ζωής, τις εξορίες για τις αριστερές του πεποιθήσεις. Το καφενείο αυτό ήταν η… γιάφκα του κομμουνιστικού πυρήνα της Νέας Χώρας, εκεί γίνονταν οι συνεδριάσεις τους, εκεί πήγαιναν οι ψαράδες μετά το ψάρεμα και έπιναν μια τσικουδιά, εκεί πηγαίναν οι εργάτες… Έχει μια μεγάλη ιστορία αυτό το μαγαζί. Εκεί οι μνήμες είναι καταλυτικές», θυμάται ο κ. Πιτσιτάκης και συνεχίζει λέγοντας: «Επειδή ο πατέρας μου και ο παππούς ήταν εργάτες στο λιμάνι και εγώ γεννήθηκα στα στενά της παραλίας, εκεί κάτω στην αμμουδιά, στην “αμμούτσα” μεγαλώσαμε και παίζαμε. Απέναντι από το καφενείο του ο Φραγκιός είχε φτιάξει μία καλύβα με καλάμια, όπου εκεί πήγαινα ως νέος και κουβέντιαζα με τον ίδιο και μου έλεγε τις ιστορίες του για τη φυλάκισή του στην Ακροναυπλία και τη “συγκατοίκησή του” με τον Δημήτρη Γληνό. Όλα αυτά που δεν μπορούσα τότε να αξιολογήσω, έμειναν ως μνήμες.
Εκεί οι ψαράδες τα καλοκαίρια μπάλωναν τα δίχτυα τους, έφτιαχναν τα παραγάδια τους στην καλύβα και τους χειμώνες στο καφενείο μεταξύ καφέ, τσικουδιάς και ούζου ο καθένας έλεγε τις δικές του ιστορίες. Όλα αυτά είναι μνήμες που έχουν χαραχτεί μέσα μου. Μάλιστα ως σπουδαστής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας σε μια λαογραφική εργασία μου για τα σημάδια των καιρών, πηγή μου ήταν οι αφηγήσεις των ψαράδων της Ν. Χώρας, οι οποίοι απλόχερα μου χάρισαν όλη τη λαϊκή σοφία που κατείχαν για να την καταγράψω».
Ο Νεοχωρίτης λογοτέχνης, δημοσιογράφος και βασικός συνεργάτης των "Χανιώτικων νέων" Μιχάλης Γρηγοράκης φωτογραφίζει την οικογένειά του μπροστά στο οδόφραγμα στην παραλία Ν. Χώρας (Οικογενειακή Συλλογή Ελένης Μιχ. Γρηγοράκη από την έκδοση "Η αλίβρεκτος Νέα Χώρα"
Ο Νεοχωρίτης λογοτέχνης, δημοσιογράφος και βασικός συνεργάτης των “Χανιώτικων νέων” Μιχάλης Γρηγοράκης φωτογραφίζει την οικογένειά του μπροστά στο οδόφραγμα στην παραλία Ν. Χώρας (Οικογενειακή Συλλογή Ελένης Μιχ. Γρηγοράκη από την έκδοση “Η αλίβρεκτος Νέα Χώρα”
Οι ομάδες των... παντρεμένων και των ελεύθερων "Παντρεμεναϊκός" και "Ελευθεριακός", σε αυτοσχέδιο γήπεδο πάνω στην αμμουδιά της Ν. Χώρας. (Από την έκδοση "Η αλίβρεκτος Νέα Χώρα")
Οι ομάδες των… παντρεμένων και των ελεύθερων “Παντρεμεναϊκός” και “Ελευθεριακός”, σε αυτοσχέδιο γήπεδο πάνω στην αμμουδιά της Ν. Χώρας. (Από την έκδοση “Η αλίβρεκτος Νέα Χώρα”)
Στη δεκαετία του ’50
«Σε αυτή την αμμουδιά μεγαλώνανε τα παιδιά των Νεοχωριτών, που ορισμένοι από αυτούς είχαν χτίσει τα σπίτια τους με υλικά (πέτρες) από το Πετροκοπιό, τον λόφο κοντά στον Κλαδισό. Εμείς ως παιδιά κάναμε τα μπάνια μας στη θάλασσα στα τέλη της δεκαετίας του ’50 με αρχές του ’60.
Ο δρόμος της ακτής Παπανικολή δεν ήταν τότε ακόμη διαμορφωμένος, υπήρχε αμμούτσα και ως δρόμος χαράκτηκε το 1964.

Πριν τον πόλεμο, στην περιοχή αυτή είχε δημιουργηθεί αρκετά σημαντική δραστηριότητα, άνοιξαν ταβέρνες, κοσμικά κέντρα. Στην ταβέρνα του Κωστή του Γαναδάκη κατέβαιναν όλα τα Χανιά για να φάνε ψάρι. Στου Φραγκιού την ταβέρνα που είχε σπεσιαλιτέ τον αχινό έπαιζε κομπανία με καλλιτέχνες κρητικής μουσικής.
Με τον πόλεμο τα πράγματα άλλαξαν εντελώς. Η περιοχή βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς λόγω της ΑΒΕΑ. Ο στόχος ήταν να καταστραφεί το εργοστάσιο λαδιού και το σαπωνοποιείο, ώστε οι ντόπιοι να μην έχουν εφόδια.
Στην περίοδο της Κατοχής οι Γερμανοί -επειδή φοβόντουσαν ότι θα υπάρξει απόβαση των Άγγλων- έφτιαξαν μπροστά στο παραλιακό μέτωπο και σε μεγάλο μήκος, ένα οδόφραγμα με καντουνάδες από τη σύληση των τάφων στο εβραϊκό νεκροταφείο, αναγκάζοντας ντόπιους να κάνουν αγγαρείες. Επειδή η μορφή του οδοφράγματος ήταν οδοντωτή το ονόμαζαν “Δόντια του Δράκου”», μας διηγείται ο κ. Πιτσιτάκης.

«Μετά τον πόλεμο άνοιξαν ξανά κάποια μαγαζιά, π.χ. το 1952 άνοιξε η “Αφρικάνα” προς το τέρμα του παραλιακού μετώπου (σημερινός “Αχιλλέας”) που τα βράδια λειτουργούσε και ως κέντρο διασκέδασης. Δίπλα ακριβώς, προς τα δυτικά που τώρα είναι τα αλμυρίκια υπήρχε η “Χαβάη”, μια ταβέρνα κυρίως για τους λουόμενους. Σήμερα δεν υπάρχει πια. Η οικογένεια που είχε τη Χαβάη έκτισε το ξωκκλήσι του Αγ. Νικολάου πάνω στα Λαζαρέτα.
Μια εύθυμη νότα της καθημερινής ζωής, ήταν τις δεκαετίες ’50 – ’60 όταν τις Κυριακές διοργανώνονταν αγώνες ποδοσφαίρου πάνω στην άμμο μεταξύ Νεοχωριτών, αθλητών και άλλων, με τις ομάδες των παντρεμένων και των ελεύθερων που τις είχαν ονομάσει “Παντρεμεναϊκός” και “Ελευθεριακός”.  Έφτιαχναν τέρματα με καλάμια και έπαιζαν μπάλα με πλήθος θεατών και πολλά ευτράπελα», θυμάται ο κ. Πιτσιτάκης και προσθέτει:
«Το 1966 μπήκαν οι βάσεις για να γίνει το λιμανάκι της Ν. Χώρας. Το 1969 έγινε η προβλήτα από τη δυτική μεριά, ενώ η βόρεια προβλήτα έγινε μετά από 2 χρόνια περίπου.
Αργότερα στη δεκαετία του ’70, εκεί που είναι σήμερα το ξενοδοχείο “Δαναός” ήταν η ταβέρνα ο “Ερωτόκριτος” της οικογένειας Θεοδωράκη, δηλαδή της οικογένειας της Βικτωρίας Θεοδώρου που μεγάλωσε εκεί.
Μετά τον πόλεμο δόθηκε το όνομα ακτή Παπανικολή στο παραλιακό μέτωπο.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 ο τότε Πολιτιστικός – Εξωραϊστικός Σύλλογος Ν. Χώρας μαζί με το Συνοικιακό Συμβούλιο και την Ενορία Ν. Χώρας είχε διοργανώσει μια σειρά από εξαιρετικές πολιτιστικές εκδηλώσεις, π.χ. τριήμερα και τετραήμερα, πάνω στην παραλία και στο λιμανάκι».
  • Στο καφενείο του "Φραγκιού" (Από την οικογενειακή συλλογή Γιώργου Κοτζαμάνη. Εκδοση "Η αλίβρεκτος Νέα Χώρα"
    Στο καφενείο του "Φραγκιού" (Από την οικογενειακή συλλογή Γιώργου Κοτζαμάνη. Εκδοση "Η αλίβρεκτος Νέα Χώρα"
  • Ο Σταύργος Λαγωνικάκης, ιδιοκτήτης του ιστορικού "Φραγκιός"
    Ο Σταύργος Λαγωνικάκης, ιδιοκτήτης του ιστορικού "Φραγκιός"
  • Στο καφενείο του "Φραγκιού" (Από την οικογενειακή συλλογή Γιώργου Κοτζαμάνη. Εκδοση "Η αλίβρεκτος Νέα Χώρα"
    Στο καφενείο του "Φραγκιού" (Από την οικογενειακή συλλογή Γιώργου Κοτζαμάνη. Εκδοση "Η αλίβρεκτος Νέα Χώρα"
  • Ο Σταύργος Λαγωνικάκης, ιδιοκτήτης του ιστορικού "Φραγκιός"
    Ο Σταύργος Λαγωνικάκης, ιδιοκτήτης του ιστορικού "Φραγκιός"
  • Στο καφενείο του "Φραγκιού" (Από την οικογενειακή συλλογή Γιώργου Κοτζαμάνη. Εκδοση "Η αλίβρεκτος Νέα Χώρα"
    Στο καφενείο του "Φραγκιού" (Από την οικογενειακή συλλογή Γιώργου Κοτζαμάνη. Εκδοση "Η αλίβρεκτος Νέα Χώρα"
  • Ο Σταύργος Λαγωνικάκης, ιδιοκτήτης του ιστορικού "Φραγκιός"
    Ο Σταύργος Λαγωνικάκης, ιδιοκτήτης του ιστορικού "Φραγκιός"

“Ο Φραγκιός”
«Το παραθαλάσσιο καφενείο του Φραγκιού δυτικά από το μεγάλο λιμάνι, πέρα στο λιμανάκι με τις τράτες και τις βάρκες, καθώς ήταν απόμερο είχε γίνει το “στέκι” των εργατών και ψαράδων. […] Από το μικρό αυτό ιστορικό καφενείο ξεκίνησε το κίνημα στη Δικτατορία το 1936 […]», γράφει στο αφήγημά της “Τράικο” η Νεοχωρίτισσα λογοτέχνις Βικτωρία Θεοδώρου, για το καφενείο του Φραγκιού Λαγωνικάκη, που σήμερα λειτουργεί ως ταβέρνα στο ίδιο σημείο από τον γιο του, Σταύρο.
Σε προφορική αφήγηση του Φραγκιού Λαγωνικάκη που δημοσιεύθηκε στην τοπική εφημερίδα “Αλήθεια” τη δεκαετία του ’80 αναφέρει μεταξύ άλλων: «…κάποτε βρήκα ένα καφενεδάκι στην παραλία, το νοίκιασα, βρήκα και ένα δωμάτιο κοντά, εγκαταστάθηκα. Εκεί στο ίδιο μέρος στο λιμανάκι έζησα τη βασανισμένη ζωή μου, έκαμα οικογένεια, φίλους, και συντρόφους […] Όπως ήταν παράμερο και εξοχικό, το βρήκαν βολικό οι κομμουνιστές της γειτονιάς και το έκαναν στέκι».
Στην Ακτή Παπανικολή, συναντήσαμε τον γιο του αείμνηστου Φραγκιού, Σταύρο Λαγωνικάκη, ιδιοκτήτη σήμερα του εστιατορίου “Φραγκιός”, το οποίο λειτουργεί από τη δεκαετία του 1920 και μας διηγήθηκε πως τα παιδικά του χρόνια είναι άμεσα συνυφασμένα με αυτή τη γειτονιά καθώς εκεί γεννήθηκε. «Εδώ στον πρώτο όροφο ήταν το σπίτι μας, εδώ με ξεγέννησε η μαμή και εδώ βαφτίστηκα. Μεγάλωσα με τις ιστορίες του πατέρα μου Φραγκιού που διατηρούσε καφενείο και είχε υποστεί εξορίες σε Ακροναυπλία, Πύλο, Αγιά, Αθήνα… Θυμάμαι ότι εκείνες τις εποχές ήμασταν όλοι μια οικογένεια. Τους θαμώνες του μαγαζιού μας, τους θεωρούσα οικογένειά μου. Τότε υπήρχε αλληλεγγύη, δηλαδή οποιαδήποτε βοήθεια μπορεί να χρειαζόταν ο ένας, την πρόσφερε ο άλλος. Την εποχή που δεν υπήρχε ακόμη το λιμανάκι, οι βάρκες που είχανε οι ντόπιοι όταν έπιανε κακοκαιρία τις τραβάγανε έξω, εδώ στην αμμουδιά. Και θυμάμαι ότι έτρεχαν όλοι για να βοηθήσουν να βγάλουν τις βάρκες έξω ή μπορεί να ήταν αρόδου ένα καΐκι που κινδύνευε και έτρεχαν όλοι να πέσουν στη θάλασσα να το προστατέψουν».
«Το βράδυ θυμάμαι ότι έρχονταν τότε τα μεγάλα “ονόματα” όπως ο Μπιστολάκης, ο Όθωνας, ο Κώστας Μητσοτάκης, ο Μπακλατζής… Έμπαινε μέσα στο μαγαζί ο Μητσοτάκης, ο οποίος ήταν ένα κεφάλι ψηλότερος από τον πατέρα μου και χτύπαγε φιλικά την πλάτη του πατέρα μου και του λεγε: Είντα κάνεις Φραγκιό;’’», θυμάται ο κ. Λαγωνικάκης και προσθέτει: «Μάλιστα ενώ από το τότε καθεστώς απαγορευόταν η είσοδος στο μαγαζί μας (λόγω της αριστερής του ιδεολογίας) αυτοί οι ίδιοι που επέβαλαν την απαγόρευση, (Μητσοτάκης, Μπακλατζής), ήταν αυτοι που ερχότανε εδώ. Ήμουν τότε 10-15 ετών και τους θυμάμαι γιατί τις περισσότερες ώρες βοηθούσα τον πατέρα μου στο μαγαζί… Καβγάδες έβλεπες αλλά την επόμενη ημέρα ήταν όλοι φίλοι πάλι. Ήταν σαν να τίποτα να μην είχε συμβεί».
«Τότε υπήρχαν μονοκατοικίες και κάθε οικογένεια είχε πολλά παιδιά. Τα παιδιά κάναμε τα μπάνια μας στη θάλασσα, παίζαμε τα παιχνίδια μας, πατητές ή μακριά-γαϊδούρα… Πολλές φορές παίζαμε ξιφομαχίες που τις λέγαμε «ψυχομαχίες» δηλαδή φτιάχναμε αυτοσχέδια σπαθιά και ασπίδες ή παίζαμε πετροπόλεμο. Άλλες φορές φτιάχναμε… καράβες, αυτοσχέδιες βάρκες με τενεκέδες που στεγανοποιούσαμε με το κατράμι που έβγαινε στη στεριά και έπειτα βάζαμε κατάρτια με πανιά! Σπάνια φτιάχναμε αυτοσχέδια κανό από… βαρέλια», μας διηγείται ο κ. Λαγωνικάκης που θυμάται ότι τότε υπήρχαν κάποια λιγοστά μαγαζιά:
«Παραδίπλα υπήρχε το μαγαζί του Κοκολίνου, το οποίο δούλευε το πρωί ως καφενείο με καφέ, τσικουδιά, κονιάκ, ούζο. Τα υπόλοιπα ήταν εποχιακά μαγαζιά, δηλαδή άνοιγαν μόνο καλοκαίρι, π.χ. ο Μουσκουντής που είχε φτιάξει μια ξύλινη εξέδρα στην άμμο και σέρβιρε εκεί μόνο τα καλοκαίρια, ήταν επίσης η “Χαβάη” που επίσης δούλευε εποχιακά όπως και η “Αφρικάνα” του Σκουτέλη. Μετά τη διαμόρφωση του δρόμου ανοιχτήκανε και τα άλλα μαγαζιά».
  • Είτε με παραγάδια, είτε με παλιές φωτογραφίες της περιοχής ο κ. Σ. Κοτσολάκης είναι συνδεδεμένος με τους ερασιτέχνες ψαράδες της Ν. Χώρας
    Είτε με παραγάδια, είτε με παλιές φωτογραφίες της περιοχής ο κ. Σ. Κοτσολάκης είναι συνδεδεμένος με τους ερασιτέχνες ψαράδες της Ν. Χώρας
  • Είτε με παραγάδια, είτε με παλιές φωτογραφίες της περιοχής ο κ. Σ. Κοτσολάκης είναι συνδεδεμένος με τους ερασιτέχνες ψαράδες της Ν. Χώρας
    Είτε με παραγάδια, είτε με παλιές φωτογραφίες της περιοχής ο κ. Σ. Κοτσολάκης είναι συνδεδεμένος με τους ερασιτέχνες ψαράδες της Ν. Χώρας
  • Είτε με παραγάδια, είτε με παλιές φωτογραφίες της περιοχής ο κ. Σ. Κοτσολάκης είναι συνδεδεμένος με τους ερασιτέχνες ψαράδες της Ν. Χώρας
    Είτε με παραγάδια, είτε με παλιές φωτογραφίες της περιοχής ο κ. Σ. Κοτσολάκης είναι συνδεδεμένος με τους ερασιτέχνες ψαράδες της Ν. Χώρας
  • Είτε με παραγάδια, είτε με παλιές φωτογραφίες της περιοχής ο κ. Σ. Κοτσολάκης είναι συνδεδεμένος με τους ερασιτέχνες ψαράδες της Ν. Χώρας
    Είτε με παραγάδια, είτε με παλιές φωτογραφίες της περιοχής ο κ. Σ. Κοτσολάκης είναι συνδεδεμένος με τους ερασιτέχνες ψαράδες της Ν. Χώρας
  • Είτε με παραγάδια, είτε με παλιές φωτογραφίες της περιοχής ο κ. Σ. Κοτσολάκης είναι συνδεδεμένος με τους ερασιτέχνες ψαράδες της Ν. Χώρας
    Είτε με παραγάδια, είτε με παλιές φωτογραφίες της περιοχής ο κ. Σ. Κοτσολάκης είναι συνδεδεμένος με τους ερασιτέχνες ψαράδες της Ν. Χώρας
  • Είτε με παραγάδια, είτε με παλιές φωτογραφίες της περιοχής ο κ. Σ. Κοτσολάκης είναι συνδεδεμένος με τους ερασιτέχνες ψαράδες της Ν. Χώρας
    Είτε με παραγάδια, είτε με παλιές φωτογραφίες της περιοχής ο κ. Σ. Κοτσολάκης είναι συνδεδεμένος με τους ερασιτέχνες ψαράδες της Ν. Χώρας

Mια ζωή δίπλα στη θάλασσα 
Ναυτικός δεν ήταν ποτέ, ούτε επαγγελματίας αλιέας, όλοι όμως τον αναγνωρίζουν ως τον κορυφαίο ερασιτέχνη ψαρά όχι μόνο της Νέας Χώρας αλλά όλων των Χανίων. Ο λόγος για τον κ. Σήφη Κοτσολάκη που βρέθηκε μεταπολεμικά στη Νέα Χώρα με καταγωγή από τον Βαφέ Αποκορώνου. «Μετά τον πόλεμο δεν μπορούσες να ζήσεις στο χωριό. Ήμασταν 8 αδέλφια, πώς να ζήσουμε; Ήλθα στα Χανιά με 4 από τα αδέλφια και ξεκίνησα να κάνω τον τσαγκάρη και μετά τον οικοδόμο. Από το 1957 μετακόμισα στη Νέα Χώρα. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ούτε λιμάνι ούτε δρόμος παραλιακός ούτε τίποτα. Οι λιγοστές βάρκες δένονταν πάνω στα βραχάκια. Ο κόσμος που ζούσε στη Νέα Χώρα ήταν φτωχός, όλοι προσπαθούσαν να ζήσουν μαζεύοντας χόρτα, ψαρεύοντας, κάνοντας ό,τι δουλειά μπορούσαν να κάνουν εκείνη την εποχή. Εγώ ήμουν λάτρης του ψαρέματος, αρχικά με καλάμι, έπειτα πήρα και μια βαρκούλα»,  λέει.
Δεν θα ξεχάσει ποτέ τον τεράστιο ροφό που είχε πιάσει που ο ψαρομανάβης του τον πλήρωνε 11.000 δραχμές για 17 κιλά αλλά δεν τον πούλησε… «Είχε πολύ ψάρι εκείνη την εποχή. Με συρτή βγάζαμε κάθε βράδυ και 6 και 7 τουρνάδες, μια φορά έπιασα και 11. Χρησιμοποιούσαμε συρτή και παραγάδι, τα δίχτυα ήλθαν μετά».
Όσο περνούσε ο καιρός ο κ. Σήφης αποφάσισε να ασχοληθεί πιο ενεργητικά με τον Σύλλογο των Ερασιτεχνών Αλιέων. «Στα 1981 αποφασίσαμε να ασχοληθούμε με τον Σύλλογο των Ερασιτεχνών Αλιέων. Μπήκαμε λοιπόν οι πιο νέοι άνθρωποι, μαζέψαμε μεταξύ μας χρήματα και πήραμε τον χώρο που είναι και σήμερα ο Σύλλογος, φτιάξαμε με πολύ προσωπική εργασία το κτίσμα με λίγους τσιμεντόλιθους, λίγο τσιμέντο, βάλαμε και ένα νεροχύτη, μερικά τραπέζια, καρέκλες, το κάναμε το στέκι μας», θυμάται. Ο Σύλλογος τότε δεν ήταν απλά ένα σημείο συνάντησης φίλων του ψαρέματος. «Είχαμε έντονη κοινωνική δράση. Βοηθήσαμε να γίνει το μνημείο στη Ν. Χώρα δίνοντας ένα πολύ μεγάλο ποσό και δεν υπήρχε Νεοχωρίτης που να είχε ανάγκη και να μην του δώσουμε από το ταμείο του Συλλόγου ό,τι μπορούσαμε. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως στο σεισμός της Αθήνας,  μαζέψαμε χρήματα για να αγοράσουμε κουβέρτες και άλλα είδη πρώτης ανάγκης για τους σεισμόπληκτους. Πάντα οι ερασιτέχνες αλιείς της Ν. Χώρας μπροστάρηδες σε όλα», καταλήγει ο συνομιλητής μας.
  • Ο Γ. Πουλιδάκης στα 1959 πρόσκοπος. Πίσω του ο χώρος που σήμερα είναι το λιμάνι της Ν. Χώρας
    Ο Γ. Πουλιδάκης στα 1959 πρόσκοπος. Πίσω του ο χώρος που σήμερα είναι το λιμάνι της Ν. Χώρας
  • «Εδώ ήταν η κολύμπα που έκαναν μπάνιο μόνο οι γυναίκες»  λέει ο Γ. Πουλιδάκης
    «Εδώ ήταν η κολύμπα που έκαναν μπάνιο μόνο οι γυναίκες» λέει ο Γ. Πουλιδάκης
  • Ο Γ. Πουλιδάκης στα 1959 πρόσκοπος. Πίσω του ο χώρος που σήμερα είναι το λιμάνι της Ν. Χώρας
    Ο Γ. Πουλιδάκης στα 1959 πρόσκοπος. Πίσω του ο χώρος που σήμερα είναι το λιμάνι της Ν. Χώρας
  • «Εδώ ήταν η κολύμπα που έκαναν μπάνιο μόνο οι γυναίκες»  λέει ο Γ. Πουλιδάκης
    «Εδώ ήταν η κολύμπα που έκαναν μπάνιο μόνο οι γυναίκες» λέει ο Γ. Πουλιδάκης
  • Ο Γ. Πουλιδάκης στα 1959 πρόσκοπος. Πίσω του ο χώρος που σήμερα είναι το λιμάνι της Ν. Χώρας
    Ο Γ. Πουλιδάκης στα 1959 πρόσκοπος. Πίσω του ο χώρος που σήμερα είναι το λιμάνι της Ν. Χώρας
  • «Εδώ ήταν η κολύμπα που έκαναν μπάνιο μόνο οι γυναίκες»  λέει ο Γ. Πουλιδάκης
    «Εδώ ήταν η κολύμπα που έκαναν μπάνιο μόνο οι γυναίκες» λέει ο Γ. Πουλιδάκης

Φτώχεια και φιλότιμο…
Παιδί της Ν. Χώρας και ο Γιώργος Πουλιδάκης, γεννήθηκε στη μεγάλη αμμούτσα και έζησε τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια μέχρι και σήμερα. Περπατάμε μαζί στην ακτογραμμή και μας δείχνει “πατιά-πατιά” τη Ν. Χώρα όπως την έζησε.
Πρώτος σταθμός μας η ακτή πίσω από το μνημείο της Ν. Χώρας. «Εδώ είναι η λεγόμενη “κολύμπα” ένας σχεδόν κλειστός χώρος από βράχια. Εδώ έκαναν μπάνιο οι γυναίκες φορώντας τις φουφούλες που λέγανε τότε, υποτίθεται κάτι σαν μαγιό. Ουαί και αλίμονό σου αν περνούσες την ώρα που έκαναν μπάνιο. Σου έκαναν νόημα να φύγεις και αν πλησίαζες σε πετροβολούσαν. Oι άντρες πήγαιναν πιο πέρα,   εκεί που είναι τώρα τα αλμυρίκια. Πώς βουτούσαν; Με σώβρακα ή ξεβράκωτοι, δεν υπήρχαν μαγιό την εποχή εκείνη. Βέβαια, τότε ο κόσμος δεν πήγαινε για διασκέδαση στη θάλασσα, δεν το είχαν απαραίτητο το μπάνιο. Στη θάλασσα έμπαιναν για να βγάλουν ψάρια. Εμείς τα παιδιά εκεί μεταπολεμικά και πριν γίνει το λιμανάκι πηγαίναμε σε ένα βράχο που τώρα δεν φαίνεται γιατί έχει γίνει η προβλήτα και τον λέγαμε Χάρακα. Εκεί μαθαίναμε κολύμπι. Παίζαμε τη βουτιά και σε περίμενε κάποιος μεγαλύτερος να βγεις στην επιφάνεια… Αν βουλόπλεγες σου έριχνε άλλη μια να ξαναπάς κάτω για να κολυμπήσεις. Πιο πέρα ήταν η “μικρή και η μεγάλη Καμήλα”, δύο βράχοι που επίσης δεν υπάρχουν πια. Στην παραλία τώρα ήταν η καλύβα του “Φραγκιού”, του Κοκολίνου, του Κανίτσου, του Αποστολάκη του Στέφανου του Μαλανδράκη του Παναγιώτη του Αλευρά, αυτά ήταν τα κτίσματα στην παραλία. Και πιο πέρα μετά τον Κλαδισό ήταν η τοποθεσία του “γιατρού τα χαράκια”, γιατί εκεί είχε πνιγεί ένας γιατρός και είχαμε δώσει αυτό το όνομα εμείς οι Νεοχωρίτες στο συγκεκριμένο μέρος», θυμάται ο κ. Γιώργος.
Στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια τα παιδιά πάλευαν μαζί με όλη την οικογένεια για τα προς το ζην. «Ψάρεμα και πλιατσικολόγημα. Αυτό στην ουσία κάναμε. Κατεβαίναμε στη θάλασσα να σηκώσουμε τις πέτρες και να βγάλουμε καβούρια, τα βράδια έβαζε φωτιά ένας σε ένα λάστιχο και το κρατούσε ψηλά για να φέγγει και ο άλλος με το καμάκι να κτυπάει τα χταπόδια. Σε μια τέτοια εξερεύνηση εκεί κάτω από την ΑΒΕΑ είχαν πετάξει οι Γερμανοί ένα σωρό πολεμοφόδια φεύγοντας. Ταινίες ολόκληρες με ιταλικές σφαίρες (ήταν στρογγυλές στην άκρη αντί για μυτερές) τις φορτώναμε σε ένα ξύλινο καρότσι και τις πουλούσαμε στον παλιατζή τον Θοδωρή στην πλατεία Κολοκοτρώνη και μας έδινε ένα χαρτζιλίκι καλό για την εποχή εκείνη. Επίσης, πάλι μεταπολεμικά, επειδή στον Κλαδισό είχαν εγκαταλείψει ένα σωρό οχήματα, στρατιωτικό υλικό ακόμα και τανκς οι Γερμανοί πήγαιναν οι Νεοχωρίτες έβγαζαν το μπαρούτι μέσα από τα βλήματα (τσατσάρα το λέγαμε λόγω της εμφάνισής του) και έφτιαχναν δυναμίτες για ψάρεμα. Πολύς κόσμος είχε χάσει τη ζωή του ή είχε τραυματιστεί σοβαρά…».
Ο ίδιος δε θα ξεχάσει τα κεφαλόπουλα που έβγαζαν από τη θάλασσα. «Είχαν Ντακότες που ψέκαζαν για τα μικρόβια, για τα κουνούπια, πού να ξέρω εκείνη την εποχή και όταν περνούσαν πάνω από τη θάλασσα έφευγε το δηλητήριο στη θάλασσα. Τότε έβλεπες τα κεφαλόπουλα να βγαίνουν στην επιφάνεια ζαλισμένα και να σπαρταράνε και πέφταμε εμείς τα παιδιά να τα μαζέψουμε. Αν τα τρώγαμε; Όχι θα τα αφήναμε! Δεν είχες επιλογή τότε στο φαγητό, έτρωγες ό,τι υπήρχε!».


ΑΥΡΙΟ ΣΤΟ ΚΑΣΤΕΛΙ ΚΙΣΣΑΜΟΥ

45η αναπαράσταση Κρητικού γάμου

26bAκόμα πιο οργανωμένη και με μεγάλη συμμετοχή τοπικών παραδοσιακών συλλόγων η “45η αναπαράσταση Κρητικού γάμου” αύριο Τετάρτη στο Καστέλι Κισσάμου. Την εκδήλωση διοργανώνει όπως κάθε χρόνο Σύλλογος Προβολής Κισσάμου “Η Γραμβούσα”.
«Ο γάμος ξεκινάει από την παραλία Τελωνείου, θα σχηματιστεί πομπή  από την Τομπάζη που θα φτάσει στο κέντρο της Κισσάμου, στη συνέχεια θα περάσει την οδό Σκαλίδη και από την παλιά εθνική τράπεζα θα επιστρέψει πίσω στην πλατεία του αρχαιολογικού Μουσείου όπου θα γίνει η κεντρική εκδήλωση» ανέφερε ο κ. Γιώργος Γεωργιλάκης, από το σύλλογο Προβολής Κισσάμου “Η Γραμβούσα”.

Στην κεντρική εκδήλωση θα παίξουν οι μουσικοί Μιχάλης Λουφαρδάκης και Κυριάκος Σταυριανουδάκης και θα την παρουσιάσει ο Μανώλης Οικονομάκης από το “Λύρα Fm” . Θα χορέψουν 7 χορευτικοί παραδοσιακοί σύλλογοι και θα τραγουδήσουν δύο ριζίτικες ομάδες.
«Και φέτος θα γίνει όλο το τελετουργικό ώστε να γνωρίσει ο κόσμος πως γίνονταν παλιά ο παραδοσιακός γάμος. Φέτος θα έχουμε μπομπονιέρες, προσκλητήρια και άμαξα με άλογα, ενώ θα συμμετέχει και ο σύλλογος των Γεωργαλίδικων αλόγων. Νύφη θα είναι η Έμιλυ Στημαδωράκη και γαμπρός ο Γιάννης Δημητρουλάκης. Η νύφη και ο γαμπρός θα ντυθούν σε ξενοδοχεία της περιοχής ώστε να παρακολουθήσουν και οι τουρίστες την όλη διαδικασία και ήδη έχουν μοιρασθεί φυλλάδια σε 5 γλώσσες σε όλη την Κίσσαμο. Μετά την κεντρική εκδήλωση θα στηθούν γλέντια σε 5 διαφορετικά σημεία με ζωντανή μουσική μέχρι το πρωί» τόνισε ο κ. Γεωργιλάκης.
Και φέτος αναμένονται χιλιάδες επισκέπτες για την αναπαράσταση που έχει γίνει θεσμός.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΥΠΟΔΗΜΑΤΑ ΣΕ ΚΡΗΤΙΚΟΥΣ ΤΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ

Στιβάνια από τον τόπο σου…

Ομογενείς επισκέπτονται την οδό Σκρύδλωφ για να βρουν παραδοσιακό στιβάνι

PAIDIAMEGALHFWTO«Στιβάνια… από τον τόπο σου και χειροποίητα», λένε οι Κρητικοί ομογενείς που αυτές τις ημέρες έχουν επιστρέψει στα πάτρια εδάφη.
Eίναι πολλά τα νέα παιδιά που θέλοντας να κρατήσουν την παράδοση αναζητούν τσαγκάρηδες που φτιάχνουν στο χέρι τα κλασικά στιβάνια. Και που θα βρουν καλύτερα από τα… Στιβανάδικα στην οδό Σκρύδλωφ στην παλιά πόλη των Χανίων.
Ένας από τους ομογενείς είναι και ο νεαρός Γιώργος Κατσανεβάκης που ζει στο Σωλτ Λέικ Σίτι της Γιούτα και η καταγωγή του είναι από τους Κάμπους Κεραμειών. Τον συναντάμε τη στιγμή που μόλις έχει αποκτήσει ένα ζευγάρι χειροποίητα μαύρα στιβάνια.
«Όλοι οι Κρητικοί χορευτές από την πόλη που ζω στη Γιούτα αγοράζουν στιβάνια από εδώ, από τα “Στιβανάδικα” έτσι αποφάσισα και εγώ μόλις έλθω στην Κρήτη να πάρω τα δικά μου. Τα παρήγγειλα πριν από μερικές ημέρες και είμαι χαρούμενος που τώρα τα έχω στα χέρια μου», μας λέει ο νεαρός που χορεύει κρητικούς χορούς και αγαπημένους του είναι ο πεντοζάλης.
Ο Λ. Πιρπινάκης ένας από τους λιγοστούς παραδοσιακούς κατασκευαστές στιβανιών
Ο Λ. Πιρπινάκης ένας από τους λιγοστούς παραδοσιακούς κατασκευαστές στιβανιών
Όπως μας επισημαίνει πολλοί Κρητικοί του εξωτερικού θέλουν να διατηρήσουν τους ισχυρούς δεσμούς τους με το νησί καταγωγής και μαθαίνουν τους χορούς και φτιάχνουν στολές και στιβάνια. «Τα ξαδέλφια μου πέρυσι ήλθαν εδώ και πήραν στιβάνια. Μου αρέσουν γιατί είναι χειροποίητα και σε πολύ καλή ποιότητα. Επειδή μας αρέσει να χορεύουμε κρητικούς χορούς τα στιβάνια είναι το καλύτερο παπούτσι για τους χορούς αυτούς», τονίζει ο Γιώργος Κατσανεβάκης.
Παραδοσιακός τσαγκάρης ο κ. Λευτέρης Πιρπινάκης έχει πατήσει τα 88 αλλά δεν έχει σταματήσει από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι και σήμερα να φτιάχνει στιβάνια. Δεν είναι τυχαίο ότι αποτελεί την πιο χαρακτηριστική μορφή των Στιβανάδικων.

«Υπάρχει ενδιαφέρον για τα στιβάνια και από ξένους που θέλουν ένα παραδοσιακό κρητικό παπούτσι αλλά και από πολλούς Ελληνοαμερικανούς. Φτιάχνω ακόμα με παραγγελία στιβάνια. Παλιά μπορούσα να φτιάξω και 3-4 ζευγάρια την ημέρα. Τώρα τα χέρια μου δε με βαστούνε, αν κάνω 2-3 την εβδομάδα και δύσκολα», λέει ο κ. Λευτέρης. Πέρα από τα χειροποίητα στιβάνια τα πέδιλά του γίνονται ανάρπαστα από πολύ κόσμο. «Προχθές ήταν η Αννα Βίσση που πήρε 3 ζευγάρι πέδιλα για την κόρη της, έτσι μου είπε δηλαδή. Η Βανδή που το χειμώνα με είχε βάλει στην τηλεόραση σε μια εκπομπή που έκανε, μου είπε ότι θα γυρίσει να πάρει πέδιλα και αυτή», λέει χαμογελώντας ο κ. Πιρπινάκης.


Μνήμες Ειρηναίου



02bΑναζητώντας στοιχεία στο αρχείο των “Χ.ν.” δεν ήταν δύσκολο να πέσει το μάτι μας σε μια από τις ειδήσεις στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας “Παρατηρητής”. Ήταν η αναγγελία της χρηματοδότησης της κατασκευής νέων κτηρίων για την Τεχνική Σχολή στο Καστέλι Κισσάμου. Ένα έργο του σεβαστού ιεράρχη Ειρηναίου Γαλανάκη που κυριολεκτικά έσωσε εκατοντάδες νέους από όλη την Κρήτη που έμαθαν εκεί τέχνες, τις οποίες στη συνέχεια εξάσκησαν ως επάγγελμα.
Kαι να ’ταν μόνο αυτό; Πρωτοβουλίες για τη δημιουργία της ΑΝΕΚ, της ΕΤΑΝΑΠ, οικοτροφείων στις κωμοπόλεις της περιοχής του και τόσες πολλές αληθινά αναπτυξιακές πρωτοβουλίες από τον Ειρηναίο. Όλα αυτά επανήλθαν στις μνήμες με αφορμή και την εκδήλωση αποκάλυψης του αγάλματος του Ειρηναίου Γαλανάκη στην πλατεία μπροστά από το Δημαρχείο Κισσάμου την ερχόμενη Παρασκευή από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Πεζοδρόμια για δίκυκλα



arxontakhkaraolhkaidhmhtrioyΣε χώρους στάθμευσης για δίκυκλα έχουν δυστυχώς μετατραπεί πολλά πεζοδρόμια σε διαφορετικά σημεία της πόλης των Χανίων. Στην Αρχοντάκη και στην Καραολή και Δημητρίου οι χθεσινές φωτογραφίες. Η αλήθεια είναι πως από τη δεκαετία του ΄90 είναι ελάχιστες οι θέσεις στάθμευσης που προστέθηκαν. Κεντρικοί δρόμοι, περιοχές με μεγάλη προσέλευση νεολαίας έχουν μείνει με τις λιγοστές θέσεις που ορίζονται από τα κίτρινα μεταλλικά “Π” που είχαν μπει πριν από μια 20ετία…
Κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν είναι καθόλου περίεργο να βλέπεις μηχανάκια πάνω στα πεζοδρόμια σχεδόν παντού…

89χρονος από τα Χανιά στο “Ράλι Αιγαίου”

Ο Κωνσταντίνος Μανιουδάκης κέρδισε την 4η θέση με το σκάφος του “Κορμοράνος”

21«Η ζωντάνια που μου δίνει η θάλασσα και ο αγώνας είναι αυτά που με κρατάνε στην ιστιοπλοΐα», δηλώνει στα “Χ.ν.” ο Κωνσταντίνος Μανιουδάκης που παρότι πλησιάζει τα 90 (γεννήθηκε το 1931) συμμετείχε πριν από λίγες ημέρες για 35η συνεχή χρονιά στο “Ράλι Αιγαίου”, τον μεγαλύτερο ιστιοπλοϊκό αγώνα κερδίζοντας την 4η θέση με το σκάφος του “Κορμοράνος”!
Ανθρωπος του υγρού στοιχείου από παιδί ο κ. Μανιουδάκης μάς εξηγεί: «με τραβούσε πάντα η θάλασσα γι’ αυτό και μπήκα στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων από μικρός την τετάρτη εξαταξίου τότε!». Υπηρέτησε 35 χρόνια σε μάχιμες θέσεις σε επιτελεία, σχολές αλλά κυρίως σε αντιτορπιλικά και άλλα σκάφη του Πολεμικού Ναυτικού. Όταν αποστρατεύτηκε επέστρεψε στον τόπο καταγωγής του στα Χανιά και άφησε το στίγμα του με τη δουλειά του σε κρίσιμα πόστα.
Η εργασία του στον ΝΟΧ όπου διατέλεσε πρόεδρος για 20 χρόνια και συνέδεσε το όνομα του με το “γιγάντωμα” του Ομίλου σε όλα τα επίπεδα είναι γνωστή στην τοπική κοινωνία, ενώ διατέλεσε και πρόεδρος στο Ναυτικό Μουσείο Κρήτης για 28 χρόνια, όπου επίσης πρόσφερε τα μέγιστα. «Στο Ναυτικό Μουσείο μού δόθηκε η ευκαιρία εκτός του να αναπτύξω το Μουσείο σε εκθέματα και χώρους να υλοποιήσω δύο όνειρα ζωής. Τη Μουσειακή Εκπαίδευση για να προσφέρουμε στα παιδιά ό,τι ποιοτικότερο μπορούμε και βέβαια τη ναυπήγηση του Μινωικού πλοίου που αποτελεί βασικό έκθεμα στην έκθεση παραδοσιακής ναυπηγικής».
Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΑΠΗ
Μετά την αποστρατεία του ασχολήθηκε πιο έντονα με τη μεγάλη του αγάπη την ιστιοπλοΐα.
«Η ιστιοπλοΐα κρουαζιέρας είναι ήπια και σου προσφέρει μόνο χαρές. Σε εμένα αρέσει πολύ η αγωνιστική ιστιοπλοΐα, στην οποία υπάρχει η ομορφιά του ρίσκου. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μας στους κανόνες της ψυχρής λογικής. Όταν ρισκάρεις, όταν αγωνίζεσαι νιώθεις μια μοναδική χαρά. Υπάρχει μια ρήση του Θουκυδίδη ότι “αγωνίζεσθαι παρὰ δύναμιν τολμηταὶ καὶ παρὰ γνώμην κινδυνευταὶ καὶ ἐν τοῖς δεινοῖς εὐέλπιδες”, που σημαίνει τολμούμε πέρα από τις δυνάμεις μας, κινδυνεύουμε πέρα από τις αρχές της λογικής και τα δεινά τα αντιμετωπίζουμε με αισιοδοξία. Αυτό το ρητό εκφράζει και το πλήρωμα και εμένα. Συμμετέχω τόσα χρόνια στο ράλι του Αιγαίου. Γιατί; Γιατί το Αιγαίο για μένα είναι αυτό που λέει ο Καζαντζάκης “χαράς στον άνθρωπο που αξιώθηκε πριν πεθάνει να αρμενίσει το Αιγαίο, να σκίζει το πέλαγος τούτο, ψιθυρίζοντας τα ονόματα των νησιών του…”. Είναι η θάλασσα που έχουν διασχίσει οι ρότες των προγόνων μας για να κυριαρχήσουν σε αυτό και έχεις την αίσθηση ότι έστω και ελάχιστα συμβάλλεις και εσύ σε αυτό. Επίσης γιατί το “Ράλι του Αιγαίου” είναι ένας σκληρός αγώνας που δημιουργεί ισχυρούς δεσμούς μεταξύ των ανθρώπων που μετέχουν σε αυτό. Όταν έχεις ένα πλήρωμα που λειτουργεί με απόλυτη συλλογικότητα και όλοι οι συμμετέχοντες είναι άνθρωποι με τους οποίους κάθε χρόνο αγωνίζεσαι μαζί τους, πίνοντας ή το “πικρό” ποτήρι των αποτυχιών ή το γλυκό πιοτό της επιτυχίας τότε δημιουργούνται σχέσεις και δεσμοί που είναι ανίκητοι στο χρόνο!», απαντάει ο συνομιλητής μας.
Για πολύ κόσμο η ιστιοπλοΐα είναι το άθλημα των πλουσίων, αυτών που έχουν την οικονομική δύναμη. «Είναι κάτι που ισχύει»; ρωτάμε τον ναύαρχο. «Προσωπικά κινούμαι μέσα στις δυνατότητές μου να έχω ένα σκάφος και να το συντηρώ μόνος μου με τις μικρές δυνάμεις μου και δεν επεκτείνομαι σε πολυτέλειες που έτσι αλλιώς δεν μπορώ να έχω. Δεν είναι ακριβό σπορ γιατί ο σκοπός μου δεν είναι να κυριαρχήσω, να “χτυπήσω “κύπελλα και πρωτιές, ο βασικός μου σκοπός είναι ο αγώνας για τη νίκη. Ο αγώνας για τη νίκη και όχι αυτοσκοπός η νίκη. Και στον ΝΟΧ αυτήν τη νοοτροπία είχα προωθήσει. Το παν είναι ο αγώνας για τη νίκη, όχι η ίδια η νίκη. Για μας τους ιστιοπλόους τα σκάφη μας είναι ζωντανοί οργανισμοί. Αληθινά πιστεύουμε ότι από τη στιγμή που μπαίνει κόσμος σε αυτά παίρνουν ψυχή, ζωντανεύουν. Τόσα χρόνια στο Πολεμικό Ναυτικό θυμάμαι ότι όταν έφευγα από μια υπηρεσία ξηράς στενοχωριόμουν γιατί έφευγα από φίλους, αλλά όταν φεύγεις από πλοίο νιώθεις σαν να χάνεις ένα δικό σου άνθρωπο, ένα πολύ αγαπητό πρόσωπο. Αισθάνεσαι το πλοίο να πονάει σε μια θαλασσοταραχή, να ανακουφίζεται όταν το πηγαίνεις κάπου απάνεμα, να χαίρεται όταν το ταξιδεύεις στη θάλασσα. Από την ώρα που ακουμπάς το χέρι σου στα σχοινιά ή στο τιμόνι η ψυχή σου περνάει μέσα στο σκάφος». Παρ’ ότι η νίκη δεν είναι αυτοσκοπός, όλα αυτά τα χρόνια το πλήρωμα του “Κορμοράνου” με τον κ. Μανιουδάκη κυβερνήτη έχει πετύχει πολύ σημαντικές νίκες στο “Ράλι Αιγαίου”. Ωστόσο, για τον ίδιο κάθε ταξίδι είναι διαφορετικό, κάθε προπόνηση ένα νέο μάθημα. «Γυρίζουμε από μια προπόνηση στ’ ανοιχτά των Χανίων και λέμε πόσα νέα πράγματα μάθαμε σήμερα. Κάθε ταξίδι και ένα διαφορετικό μάθημα». σημειώνει.
Όσο για το αν θα συνεχίζει να αγωνίζεται σε ιστιοπλοΐκούς αγώνες η απάντηση από τον κ. Μανιουδάκη έρχεται μέσα από τα γραπτά του μεγάλου Κρητικού συγγραφέα. «Λέει ο Καζαντζάκης “Μια αστραπή είναι η ζωή, αλλά προλαβαίνουμε”. Έτσι και εγώ προλαβαίνω και δίνω συμμετοχή για τον επόμενο αγώνα, το επόμενο “Ράλι Αιγαίου”» καταλήγει.
Το πλήρωμα του “Κορμοράνος”
Πιστοί θαλάσσιοι σύντροφοι του κ. Μανιουδάκη τα τελευταία τρία χρόνια το πλήρωμα του “Κορμοράνος”, που αποτελείται κυρίως από φοιτητές του Πολυτεχνείου λάτρεις της θάλασσας.
«Μέσα από τις σχολές ανοικτής θάλασσας γνώρισα τα παιδιά. Δουλεύοντας με απόλυτη συλλογικότητα πραγματικά χαιρόμαστε για ό,τι κάνουμε», λέει χαρακτηριστικά. Το πλήρωμα του “Κορμοράνος” την τελευταία τριετία είναι πέρα από τον Κ. Μανιουδάκης (κυβερνήτης). Κωνσταντίνος Πλανάκης (ύπαρχος) Κωνσταντίνος Λουκάκης, Νίκος Περβάνας, Γιώργος Αναστασόπουλος, Αθανάσιος Πελεκάνος.
Σημειώνεται ότι στο “56ο Ράλι Αιγαίου” φέτος ο κ. Κώστας Μανιουδάκης δεν ήταν ο μεγαλύτερος διαγωνιζόμενος, αφού στον αγώνα μετείχε και ο φίλος του και κατά ένα χρόνο μεγαλύτερος Στέλιος Μπόνας.