Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

ΠΛΑΤΑΝΙΑΣ ΤΟΥ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ Από τα μποστάνια στα… “rooms for rent” Πώς τα μποστάνια και τα περιβόλια έγιναν “rooms for rent” αρχικά και μετά ξενοδοχεία; Ποιοι ήταν οι πρώτοι τουρίστες και γιατί επέλεξαν τον Πλατανιά; Πώς επηρέασε την καθημερινότητα των κατοίκων η μετατροπή του σε υπ’ αριθμόν 1 τουριστικό θέρετρο; Πώς βλέπουν τον Πλατανιά που αγάπησαν πριν από 30 – 35 χρόνια οι ξένοι φίλοι του σήμερα; Με τη βοήθεια κατοίκων και επισκεπτών της περιοχής αναζητούμε το νήμα που συνδέει τον Πλατανιά του χθες με το σήμερα. Ενα νήμα που περνά μέσα από τις δεκαετίες που άλλαξαν τον τόπο και τους ανθρώπους του. FRAGAKHS«Πάντα φιλόξενοι…ποτέ νεόπλουτοι» «Υπάρχουν κάποιοι που μιλάνε για νεόπλουτη αντίληψη των Πλατανιανών κ.λπ. Είναι αναληθές και ψεύτικο κάτι τέτοιο. Περιστατικά τέτοια μπορεί να υπάρχουν, όπως παντού, αλλά το χωριό μας το χαρακτήριζε και εξακολουθεί να το χαρακτηρίζει η φιλοξενία». Ο κ. Τιμολέων Φραγκάκης, πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Πλατανιά και συγγραφέας ενός εξαιρετικού βιβλίου για την ιστορία της περιοχής, έχει μελετήσει το παρελθόν του χωριού όσο κανένας άλλος τα τελευταία χρόνια. Ο συνομιλητής μας κάνει ιδιαίτερη μνεία στη «φιλοξενία» που, πέρα από το φυσικό τοπίο, ήταν αυτό που προσκαλούσε τους ξένους τουρίστες. «Ο χωριανός καλούσε τον ξένο στο σπίτι του, σε μια κοινωνική εκδήλωση γι’ αυτό και υπάρχουν άνθρωποι που έρχονται εδώ και 30 – 40 χρόνια. Η φιλοξενία δεν χάθηκε, σίγουρα όχι. Μπορεί το χωριό να αλλοιώθηκε γιατί έπεσε πολύ τσιμέντο, έγιναν μεγάλες κατασκευές, όμως η φιλοξενία όχι». ΠΟΛΟΣ ΕΛΞΗΣ Τον ρωτάμε για το ξέσπασμα του τουρισμού και τη διαμόρφωση του σύγχρονου Πλατανιά τη δεκαετία του ’80. «Κατ’ αρχάς είναι σημαντικό να τονιστεί πως ο Πλατανιάς είχε πάντα κίνηση. Και την περίοδο πριν τη χούντα, επειδή ήταν κοντά στα Χανιά και είχε τις φυσικές ομορφιές, ήταν πόλος έλξης για τους Χανιώτες. Δεν υπήρχαν τότε Ι.Χ., αλλά με λεωφορεία ο κόσμος ερχόταν και ειδικά την Καθαρά Δευτέρα επικρατούσε το αδιαχώρητο. Το χωριό είχε δύο μεγάλες ταβέρνες, τον “Πλάτανο” του Κουκούτση και τον “Μύλο του Κερατά”. Μπακάλικα, φούρνο, κρεοπωλείο, κουρείο, ραφείο, συν η θάλασσα φυσικά και βέβαια κοντά στα Χανιά. Τέλος πολύ πράσινο, νερά, πλατάνια». Οσο για την οικονομία του χωριού, βασιζόταν στην αγροτική παραγωγή. «Πάρα πολλά κηπευτικά, που με τρίκυκλα και φορτηγάκια μεταφέρονταν στα Χανιά. Οι κάτοικοι, σε γενικές γραμμές, είχαν χρήματα γιατί πέρα από τα κηπευτικά, είχαμε πολλές εξαγωγές εσπεριδοειδών στις τότε ανατολικές χώρες που έφερναν πολύ καλά εισοδήματα, ενώ ακολούθησαν τα φυτώρια με τα λουλούδια και οι ελιές. Υπήρχε μία οικονομική υποδομή. Και οι άνθρωποι επένδυσαν στον τόπο τους. Εφτιαξαν τα σπίτια τους, έφτιαξαν ξενοδοχεία, δωμάτια, δεν τα έδωσαν εκτός του Πλατανιά. Η τουριστική ανάπτυξη ξεκίνησε με ένα δωματιάκι που διέθετε ο καθένας στο σπίτι του. Μετά πήγαμε στα “rent rooms”. Θυμάμαι τον περίφημο “Ζορμπά”, ο Νικόλαος Αρβανίτης, είχε έναν στάβλο, πούλησε τις αγελάδες και το έκανε… δωμάτιο. Ηταν περιζήτητος γιατί οι ξένοι που έρχονταν ζητούσαν τον… Ζορμπά. Αρχισε να έρχεται περισσότερος κόσμος, να αυξάνονται οι απαιτήσεις του και έτσι χρειάστηκαν καλύτερα δωμάτια, ενοικιαζόμενα και μετά το ’83 να γίνονται τα ξενοδοχεία με πρωτεργάτη τότε τον Δημόπουλο». Ο ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΙ Ο “ΜΥΛΟΣ” Ζητάμε από τον κ. Φραγκάκη να θυμηθεί κάποια περιστατικά που αφορούν την περιοχή. «Υπήρχε ένας χωροφύλακας από τη Σητεία. Αυστηρός πολύ. Αυτός, λοιπόν, την εποχή που πρωτοξεκίνησαν οι τουρίστριες να κάνουν μπάνιο στην παραλία γυμνόστηθες τις κυνηγούσε για να ντυθούν. Ηταν από τα… χαρακτηριστικά της εποχής. Επίσης αξίζει να αναφέρουμε το πώς βγήκε το όνομα “Μύλος του Κερατά”. Ενας από τους ιδιοκτήτες του, ο Δημήτρης ο Καβρός, ένας καλαμπουρτζής, άνθρωπος της παρέας, που κάθε φορά που ερχόταν στα κέφια του, έβαζε τα κέρατα στο κεφάλι. Ετσι και πήρε το όνομα “Μύλος του Κερατά”, που έχει μείνει ως τώρα» θυμάται. Οι Γερμανοί εργάτες – τουρίστες Τέλη δεκαετίας του ’70 και ομάδες νέων από τη Δυτική Ευρώπη -Γερμανία, Βέλγιο, Γαλλία- καταφτάνουν στην “παρθένα” ακόμα τουριστικά Κρήτη. Ενθουσιάζονται από το τοπίο και τη φιλοξενία και παραμένουν και τον χειμώνα. Για τα προς το ζην εργάζονται στο μάζεμα της ελιάς, των πορτοκαλιών, στα χωράφια. Ανάμεσα σε αυτούς η Μάργκοτ Σέμπερ, η Χέικ Ζίμμερμαν και ο Ράινερ Ρότσερ από τη Γερμανία, όπως και η φίλη τους Ελίν Φλάτβαλ από τη Νορβηγία, που τους συναντάμε στην αγαπημένη τους θέση στο “Αυροφίλητο” να πίνουν ρετσίνα. Από το 1976 κάθε χρόνο επισκέπτονται τον Πλατανιά! ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΑ ΧΩΡΑΦΙΑ «Τι θυμάμαι από τον Πλατανιά το 1976, όταν πρωτοήλθα; Ηταν ένα πολύ, πολύ, πολύ μικρό χωριό. Φαντάσου ότι υπήρχε και τότε ο “Μύλος του Κερατά” και μας φαίνονταν τόσο μακριά να πάμε για φαγητό και σήμερα απλά είναι στη… μέση του χωριού» λέει η Χέικ. Ηρθε για διακοπές το καλοκαίρι του 1976 και επέστρεψε τους πρώτους μήνες του 1977. Εκτοτε για 5 χρόνια ερχόταν κάθε χειμώνα «για το μάζεμα των πορτοκαλιών, στις ελιές, αλλά και στα χωράφια». Σκληρή δουλειά για γυναίκες; «Ηταν, αλλά ήμασταν πολύ νέες τότε», συμπληρώνει η Μάργκοτ. ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΓΡΑΜΜΑ ΠΑΡΑ ΤΗΛΕΦΩΝΟ Οπως και σήμερα στις πλατείες έτσι και τότε οι αλλοδαποί Δυτικοευρωπαίοι όμως, περίμεναν στο καφενείο κάθε πρωί όπου ο κάθε αγρότης περνούσε και έπαιρνε το προσωπικό που είχε ανάγκη. «Δουλεύαμε παράνομα φυσικά, ούτε άδειες, ούτε τίποτα. Καθόμασταν στο καφενείο και ποτέ δεν έμπαιναν οι γυναίκες, περίμεναν απέξω, το ίδιο και τα παιδιά, μέσα μόνο άντρες και εμείς», αναφέρει η Μάργκοτ. Οσο για τη διαμονή… δεν τη λες και λουξ. «Ενα δωματιάκι, δύο κρεβάτια, τα βασικά. Για να τηλεφωνήσεις στη Γερμανία; Υπήρχαν δύο τηλέφωνα. Το ένα το είχε η μητέρα του κ. Τιμολέοντα Φραγκάκη, η Ελευθερία και ένα άλλο σε ένα μικρό μπακάλικο λίγο πιο κάτω. Οταν θέλαμε να τηλεφωνήσουμε στη Γερμανία, έπρεπε να γυρίζουμε το καντράν για ώρες… Ηταν προτιμότερο να στείλεις γράμμα!». Αλλοι αλλοδαποί εκείνοι την εποχή στην περιοχή ήταν οι Αμερικανοί, στρατιωτικοί κυρίως από τη Βάση, αλλά και πολλοί “χίπις” που έμεναν σε καλύβες στο ποτάμι και στη θάλασσα. Ο χρόνος περνούσε αργά και ήσυχα. Οταν δεν εργάζονταν οι συνομιλητές μας λένε ότι κάθονταν στην παραλία ή τα καφενεία. Σπάνια θα πήγαιναν Χανιά καθώς τα μπαρ εκεί ήταν ακριβά για την εποχή. «Οι άνθρωποι ήταν ωραίοι, η παραλία καταπληκτική, θαυμάσιες οι ταβέρνες, περνούσαμε υπέροχα» μας εξηγεί η Ελίν και όλοι έχουν να θυμούνται τις γεύσεις της εποχής καθώς στα ταβερνεία του χωριού το φαγητό σερβίρονταν κατευθείαν από το τσουκάλι. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΧΡΗΜΑ – ΛΙΓΟΤΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ Πώς όμως βλέπουν σήμερα τον Πλατανιά οι άνθρωποι που εδώ και 40 σχεδόν χρόνια δεν τον εγκαταλείπουν; «Εχουμε πάρα πολλούς φίλους, πολλούς γνωστούς. Υπάρχει ακόμα το αίσθημα φιλοξενίας. Πολλοί από αυτούς έχουν έρθει και στα σπίτια μας στη Γερμανία. Εχουμε μια διαφορετική σχέση» αναφέρει η Χέικ, ενώ η Μάργκοτ συμπληρώνει. «Δεν υπήρχε τουρισμός, ξενοδοχεία, καταστήματα, μπαρ. Η ζωή ήταν πιο άνετη. Τώρα είναι πιο σκληρή! Μπορεί οι άνθρωποι τότε να μην είχαν τις σημερινές ευκολίες, αλλά σήμερα όλο δουλεύουν, πολύ άγχος και μπορεί να έχουν περισσότερα χρήματα, αλλά σίγουρα πολύ λιγότερο χρόνο». «Συνεχίζουμε να ερχόμαστε κάθε χρόνο για να δούμε τι κάνουν. Είτε τον Μάιο είτε τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο. Μια φορά ήρθαμε Ιούλιο… αλλά δεν θα το ξανακάνουμε» λήγει την κουβέντα μας ο Ράινερ. LOYRANTAKHS«Ο Πλατανιάς που γνώρισα και αγάπησα» «Ο Πλατανιάς ήταν ένας παράδεισος. Ενα μεγάλο τμήμα του ποταμού Κερίτη διέσχιζε το χωριό κι έδινε κίνηση σε δύο νερόμυλους, ενώ μέσα από αυλάκια πότιζαν οι άνθρωποι τα χωράφια τους. Νερά παντού και πολλά πλατάνια. Γι’ αυτό και Πλατανιάς». Ο 53χρονος Κυριάκος Λουραντάκης, ιδιοκτήτης της ιστορικού, φημισμένου μπαρ “Ουτοπία”, γυρίζει πίσω το ρολόι του χρόνου για να θυμηθεί τον Πλατανιά που γνώρισε ως παιδί. Τον Πλατανιά ως ένα μικρό χωριό, γεμάτο πλατάνια, αγελάδες, μποστάνια και… αμμούτσες. Την εποχή εκείνη άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτοι τουρίστες. “Τουρίστες – εργάτες” για την ακρίβεια, όπως θα διευκρινίσει κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας… ΕΝΑΣ (ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ) ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ «Το χωριό πριν τη δεκαετία του ’70 ζούσε από τα χωράφια. Καλλιεργούσαν λαχανικά, τη φημισμένη πλατανιανή ντομάτα, ενώ η κινητήριος δύναμη στον κάμπο ήταν τα πορτοκάλια. Επίσης, ήδη από τη δεκαετία του ’50 ήταν ανεπτυγμένη η παραγωγή γάλακτος από αγελάδες. Σχεδόν κάθε σπίτι είχε κι έναν στάβλο και μάλιστα υπήρχε συνεταιρισμός γάλακτος», σημειώνει ο κ. Λουραντάκης ανατρέχοντας στην προ-τουριστική περίοδο του χωριού. Λίγο αργότερα θα έρθει η “επανάσταση” των μουρέλων! «Το ΚΕΓΕ είχε βγάλει μια πατέντα όπου έκοβαν τη ρίζα της παλιάς ελιάς σε κύβους, έβαζαν τους κύβους σε θερμοκήπιο με άμμο κι όταν έβγαζε ένα “μάτι” ο κύβος, το φύτευαν σε ένα σακουλάκι. Αυτό το σακουλάκι εκείνη την εποχή έκανε 500 δραχμές!», τονίζει ο κ. Λουραντάκης και συμπληρώνει ότι αυτή η πατέντα υπήρξε ιδιαίτερα επικερδής, ενώ αμέτρητα είναι τα μουρέλα από τον Πλατανιά που φυτεύτηκαν τότε στην Κρήτη και την υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά και την Παλαιστίνη, το Ισραήλ, την Τυνησία, μέχρι και την Κίνα! Είναι ακόμα η εποχή που οι παραθαλάσσιες περιοχές αποκαλούνταν απαξιωτικά “αμμούτσα” και δίνονταν “εκδικητικά” για προίκα στους γαμπρούς καθώς η καλλιέργειά τους απαιτούσε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες νερού. Αντίθετα ο κάμπος και οι περιοχές κοντά στο ποτάμι άξιζαν μια περιουσία καθώς εξασφάλιζαν το εύκολο και δωρεάν πότισμα των καλλιεργειών. Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ “ΕΦΑΓΕ” ΤΑ ΠΛΑΤΑΝΙΑ Οι πρώτες σημαντικές αλλαγές στη φυσιογνωμία του χωριού θα έρθουν κατά τη διάρκεια της χούντας, όταν το καθεστώς των συνταγματαρχών αποφασίζει να φέρει την ανάπτυξη στον Πλατανιά και το Μάλεμε. Οι μπουλντόζες πιάνουν δουλειά, ο δρόμος της παλιάς εθνικής διαπλατύνεται, διαμορφώνεται η πλατεία και δημιουργούνται τα πρώτα πεζοδρόμια. Δεκάδες, ωστόσο, πλατάνια πέφτουν θύματα της… ανάπτυξης. «Κόπηκαν πάνω από 70 πλατάνια στον κεντρικό δρόμο, κόπηκε όλη η ομορφιά του χωριού! Μεταξύ των δέντρων αυτών θυμάμαι ένα τεράστιο πλατάνι έξω από το μαγαζί “Πλάτανος” όπου δύο άτομα δεν μπορούσαν να το αγκαλιάσουν», αναφέρει ο κ. Λουραντάκης. Οι αλλαγές αυτές σηματοδοτούν το πέρασμα του Πλατανιά σε μια άλλη εποχή. Οι πρώτοι τουρίστες έκαναν την εμφάνισή τους και μαζί τους άρχισε πολύ δειλά να ανοίγεται μία νέα αγορά που έμελλε να σημαδέψει την ταυτότητα του Πλατανιά τα επόμενα χρόνια. ΤΟΥΡΙΣΤΕΣ – ΕΡΓΑΤΕΣ Ωστόσο, οι πρώτοι ταξιδιώτες που φτάνουν στο χωριό προς τα τέλη της δεκαετίας του ’60 δεν θυμίζουν σε τίποτα τους σημερινούς τουρίστες που επιζητούν και απολαμβάνουν τις ευκολίες των μεγάλων ξενοδοχείων. Στα Μάταλα ανθούν οι “χίπις”, ενώ στον Πλατανιά καταφθάνουν νέοι άνθρωποι με ένα σακίδιο στον ώμο που ταξιδεύουν για να γνωρίσουν τον κόσμο, συνδυάζοντας τη δουλειά με την περιπέτεια: «Τότε υπήρχε ακόμα ο ψυχρός πόλεμος και οι εργάτες που είχαμε ήταν Ευρωπαίοι, Γάλλοι, Αγγλοι, Βέλγοι, Ολλανδοί κ.ά. Αυτοί μάζευαν την παραγωγή, πορτοκάλια ή ελιές και τα χρήματα που έβγαζαν τα έτρωγαν στα καφενεία και τα μπαρ της εποχής», θυμάται ο κ. Λουραντάκης. Κάποιοι από αυτούς έμεναν σε καλύβες κοντά στο ποτάμι, ενώ ορισμένοι περνούσαν μήνες ολόκληρους στον Πλατανιά… ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΙ Η περίοδος της τουριστικής αθωότητας στον Πλατανιά θα λάβει τέλος προς τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και τις αρχές του ’80. «Τότε άρχισαν να έρχονται οργανωμένοι τουρίστες με τη “Star Tours” του Δημόπουλου και το χωριό άρχισε να στρέφεται στον τουρισμό. Ο,τι χρήματα υπήρχαν από τα μουρέλα και τα χωράφια έπεσαν εκεί. Αρχικά υπήρχαν τα “rooms for rent”, ο Ζορμπάς ο Αρβανίτης, ο Φουμάκης και η κυρία Αννα Βαρουξάκη. Μετά ξεκίνησαν τα επιπλωμένα διαμερίσματα, που επιδοτούνταν από έναν αναπτυξιακό νόμο του ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια τα ξενοδοχεία», σημειώνει ο κ. Λουραντάκης. Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1978, ο ίδιος ως εργαζόμενος θα υποδεχθεί τους πρώτους οργανωμένους τουρίστες που καταφθάνουν στο “Villa Platanias” και στο “Hotel Platanias”. Το χωριό μπαίνει από τότε στην τροχιά της τουριστικής ανάπτυξης. Μετά τα πλατάνια που “εξαφανίστηκαν” για χάρη των υποδομών, έχουν σειρά οι καλαμιές που είχαν φυτευτεί για την προστασία των εσπεριδοειδών από τον βοριά. «Ξεριζώθηκαν όταν άρχισαν να χτίζονται ξενοδοχεία, τα πορτοκάλια είχαν αρχίσει να περνούν σε δεύτερη μοίρα». Η “ΟΥΤΟΠΙΑ” ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ Ο κ. Λουραντάκης μετά από χρόνια δουλειάς στον τουριστικό τομέα αποφασίζει το 1987 να δημιουργήσει τη δική του επιχείρηση, το περίφημο μπαρ “Ουτοπία”, που για περίπου 15 χρόνια αποτελούσε σταθερό σημείο αναφοράς για όλα τα Χανιά στον χώρο της διασκέδασης. «Το μαγαζί δημιουργήθηκε στον κήπο της μητέρας μου. Η “Ουτοπία” συνδύαζε τις αναμνήσεις που είχα ως παιδί από τον χώρο αυτό με τη δουλειά. Θυμάμαι να παίζω με τα χέλια και τις χελώνες στην αυλή. Ηθελα, λοιπόν, να μείνει αυτή η ομορφιά που χαρακτήριζε παλιά το χωριό. Να μείνουν το πράσινο και τα νερά», εξηγεί ο κ. Λουραντάκης. Τον ρωτάμε τι νομίζει ότι κέρδισε και τι έχασε ο Πλατανιάς μέσα από τη ραγδαία τουριστική ανάπτυξη που γνώρισε: «Σίγουρα κερδίσαμε χρήματα, αλλά αλλοιώθηκε η φυσική ομορφιά του χωριού. Τα νερά θα έπρεπε να τρέχουν ακόμα μέσα στο χωριό και τα πλατάνια ήταν λάθος που κόπηκαν», απαντά. Read more: http://www.haniotika-nea.gr/apo-ta-bostania-sta-rooms-for-rent/#ixzz3n9Goe6yx Under Creative Commons License: Attribution Non-Commercial Follow us: @HaniotikaNea on Twitter | haniotika.nea on Facebook

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου