Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

ΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ

Μαθητές – οδοιπόροι μιας άλλης εποχής

Ξυπνούσαν αξημέρωτα, λίγο ψωμί για πρωινό, φόρτωμα τσάντας, όσοι είχαν παπούτσια τα φορούσαν οι υπόλοιποι ξυπόλυτοι και… στον δρόμο για το σχολείο. Ολα τα σχολικά τους χρόνια ένας ατέλειωτος ποδαρόδρομος από τα χωριά τους για να πάνε στα σχολεία της εποχής. Αυτοί ήταν οι οδοιπορούντες μαθητές. Παιδιά που χρειάζονταν να περπατάνε για ώρες κάτω από τη βροχή, το κρύο, τη σκόνη και τη ζέστη για να μάθουν γράμματα. Αυτούς τους οδοιπορούντες μαθητές που η θέληση για γνώση ήταν ικανή για να κατανικήσει τα τεράστια προβλήματα της εποχής, βρήκαμε και ταξιδέψαμε μαζί τους πίσω στον χρόνο.
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΑΡΧΑΛΑΚΗ – ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΚΗ: «Η κούραση δεν μας κατέβαλε» 
«Γεννήθηκα το ’36 και πήγα σχολείο μέσα στην κατοχή» λέει η κα Αναστασία Χαρχαλάκη – Μαργαριτάκη, που γυρίζει τον χρόνο πίσω μαζί μας. Ξεκινούσε καθημερινά από τον Τράχηλα μετά το λιμάνι της Κισάμου και πήγαινε στο Καστέλι, μια απόσταση που δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή διαδρομή που γίνεται παραλιακά καθώς τότε ο μοναδικός δρόμος προς Τράχηλα, Γραμβούσα και Πλάτανο ήταν από την τοποθεσία Σελί. «Ολοι με τα πόδια. Τα αδέλφια μου, τα Γιαννενάκια, τα Καρεφυλλάκια. Πριν από τις 7 το πρωί ήμασταν στον δρόμο, πηγαίναμε από το Σελί, ο σημερινός δρόμος έγινε αργότερα. Τότε έπρεπε να ανέβουμε και να κατέβουμε το βουνό για να πάμε Καστέλι. Αυτοκίνητα πολλά δεν υπήρχαν και το λεωφορείο δεν μας έπαιρνε γιατ ερχόταν από τον Πλάτανο γεμάτο. Πολύ σπάνια θα είχε θέση να μας πάρει. Αυτή ήταν η καθημερινότητα μας 6 χρόνια στο Δημοτικό και άλλα 6 στο γυμνάσιο» λέει η κα Αναστασία.
Την ρωτάμε για την καθημερινή κούραση του περπατήματος κάτω από δύσκολες συνθήκες, ειδικά μέσα στον χειμώνα. «Η κούραση δεν με κατέβαλλε. Ημουν γερό παιδί, ποτέ δεν αρρώστησα, ποτέ δεν έκανα απουσία δημοτικό και γυμνάσιο» λέει η κα Αναστασία που μιλάει με θερμά λόγια για τους δασκάλους και τους καθηγητές της τότε, όπως επίσης για τους συμμαθητές της. «Στο Δημοτικό έμαθα πολλά πράγματα, θυμάμαι τον δάσκαλό μας τον αείμνηστο Θεοδόση Ντεγιαννάκη. Στην Α΄ Γυμνασίου μπήκαμε 80 παιδιά και τελειώσαμε 16! Δύσκολες εποχές τότε μετά τον πόλεμο! Αν ποτέ φοβήθηκα όλα αυτά τα χρόνια; Ναι ήταν μια μέρα που πέρασε ένα αεροπλάνο χαμηλά! Δεν είχα ξαναδεί και έβαλα τα κλάματα. Ακόμα θυμάμαι τον φόβο και τα παρηγορητικά λόγια της συγχωρεμένης της μάνας μου!».
Τη ρωτάμε για τα παπούτσια της εποχής. «Ημουν το μικρότερο ανάμεσα σε 7 αδέλφια. Ντρέπονταν τα μεγάλα αδέλφια μου να με έχουν ξυπόλητη και έτσι είχα πάντα παπούτσια, τα παπούτσια της εποχής τα “λαλίνια”, τα λέγαμε τότε, κάτι σαν τσόκαρα. Μην φανταστείτε ότι φορούσαμε κάτι φοβερό. Πολλά παιδιά πάντως περπατούσαν ξυπόλυτα και δεν υπήρχαν βέβαια και τα ρούχα που υπάρχουν σήμερα» λέει η κα Χαρχαλάκη.
kontaxakhsΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΞΑΚΗΣ: «3,5 ώρες περπάτημα Βλάτος- Κάντανος»
«Η απόσταση μέχρι την Κάντανο ήταν 3.5 ώρες. Δεν μπορούσε να γίνει κάθε μέρα! Πηγαίναμε τα ξημερώματα της Δευτέρας στην Κάντανο, μέναμε στο Οικοτροφείο και το Σάββατο πέρναμε τον δρόμο της επιστροφής» θυμάται ο κ. Γιώργος Κονταξάκης από το Βλάτος Κισάμου.
Αφού τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο στο χωριό του, πήγε και στο Γυμνάσιο που ήταν τότε στην Κάντανο. «Ακολουθούσαμε τον δρόμο που είναι και τώρα. Απλά από τους Δρυς μέχρι τα Πλεμενιανά ήταν καλντερίμι. Πηγαίναμε παρέες 10-15 άτομα. Ξυπνούσαμε στις 3 τα ξημερώματα, τρώγαμε μια φέτα λαδόψωμο και δίναμε το πρώτο ραντεβού με τα παιδιά που έρχονταν από τη Βάθη, το Αμυγδαλοκεφάλι, και το Ελος στους Μύλους και στη συνέχεια η επόμενη συνάντηση ήταν στον Φτερόλακο με τα παιδιά από τη Σαρακήνα. Μαζί μας και ο καθηγητής μας ο Φαλδάμης που ερχόταν επίσης από τη Βάθη» λέει ο συνομιλητής μας.
Την εποχή εκείνη η φτώχεια ήταν ακραία. Αυτοκίνητα ελάχιστα, το μοναδικό εφόδιο των παιδιών τα παπούτσια, οι λεγόμενες και “ελβιέλες” που φορούσαν. «Η Μητρόπολη είχε ένα “Οπελ” που ήταν όμως για να κουβαλήσει τρόφιμα, πώς να πάρει κόσμο; Χωριανός που να είχε αυτοκίνητο; Κανένας. Ενας Παπαδογιωργάκης είχε ένα φορτηγό που κουβαλούσε πυρήνα από τους Αλιγούς στην Κάντανο αλλά εμείς ήμασταν 10-15 άτομα. Μπροστά δεν μπορούσε να πάρει πάνω από 2, στην πυρήνα δεν μπορούσε να βάλει κόσμο γιατί υπήρχε ο κίνδυνος ατυχήματος επομένως… με τα πόδια. Ελεγε ο αείμνηστος δεσπότης Ειρηναίος που είχε ιδρύσει τα οικοτροφεία να δίνει ο κάθε γονιός 25-30 δρχ. τον μήνα για να βγάζει τα έξοδα του.
Θυμούμαι τον πατέρα μου πόσο δυσκολεύονταν για να βρει τα χρήματα και το ίδιο και οι υπόλοιποι χωριανοί» εξηγεί ο κ. Κονταξάκης.
Παρά τις δυσκολίες υπήρξαν παιδιά που συνέχισαν τις σπουδές και διέπρεψαν ως επιστήμονες. Ο κ. Γιώργος πήγε 3 χρόνια στο 6ετές γυμνάσιο και στη συνέχεια έφυγε στα καράβια.
Τα επικίνδυνα σημεία της διαδρομής ήταν δύο και ήταν ποτάμια-χείμαρροι που τον χειμώνα με τις βροχές ξεχείλιζαν και  έκαναν τη διάβασή τους δύσκολη.
Το ένα κοντά στους Αλιγούς όπου οι μαθητές έπρεπε να περάσουν περπατώντας πάνω από πεσμένους κορμούς καστανιών, το δεύτερο στα Πλεμενιανά όπου «το νερό έφτανε το ένα μέτρο. Πολλές φορές είχε συμβεί να πέσει κάποιο παιδί μέσα στο ποτάμι.
Να μας πιάσει βροχή, χιονιάς; Σύνηθες φαινόμενο, αλλά ό,τι και να συνέβαινε το… καραβάνι θα προχωρούσε.
Κουβεντιάζω καμιά φορά με τα εγγόνια μου και τους λέω αυτές τις ιστορίες και με κοιτάνε στα μάτια λέγοντας μου «τι μας λες παππού;». Τώρα με τα κινητά, με τις δραστηριότητες που κάνουν, είναι λίγο δύσκολο να καταλάβουν, ξέρουν όμως ότι λέω αλήθεια» καταλήγει ο κ. Γιώργος.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΛΑΪΤΖΑΚΗΣ: «Δραματικά χρόνια» 
Ο Νικόλαος Καλαϊτζάκης υπήρξε μαθητής στο Γυμνάσιο Βάμου τα προπολεμικά χρόνια. Από τις Καλύβες μέχρι τον Βάμο χρειαζόταν μία ώρα περπάτημα, όπως λέει, αλλά επιστροφή ήταν πιο γρήγορη. «Το σχολείο είχε τελειώσει και τα πόδια έβγαζαν φτερά!».
«Η πορεία μας για να πάμε στο σχολείο ξεκινούσε τα ξημερώματα, νύχτα ακόμα. Στον δρόμο συναντιόμασταν με άλλα παιδιά από άλλα χωριά και γινόμασταν μια παρέα, Μπορεί να μαζευόμασταν και καμιά εικοσαριά», θυμάται ο κ. Νίκος.
Ο δρόμος που έπρεπε τότε να διανύσουν τα παιδιά δεν μοιάζει σε τίποτα με τον σημερινό αυτοκινητόδρομο. «Ο δρόμος είχε χαλίκια και ήταν γεμάτος από λακκούβες. Τότε λοιπόν, ειδικά τις μέρες που διανυκτερεύαμε στον Βάμο, γιατί 3 φορές είχαμε και απογευματινό μάθημα, επειδή δεν προλαβαίναμε να διαβάσουμε όλα τα μαθήματα, αφήναμε ένα μάθημα και το διαβάζαμε στον δρόμο. Θυμάμαι λοιπόν να πέφτουμε στους λάκκους καθώς προσπαθούσαμε να προσηλωθούμε στο βιβλίο».
Οι δυσκολίες πολλές που αντιμετώπιζαν στην πορεία τους οι οδοιπόροι μαθητές. «Η κατάσταση ήταν δραματική. Χειμώνας και δεν υπήρχαν τότε αδιάβροχα. Αν είχες καμία ομπρέλα -κατεστραμμένη- μπορούσε να σε προστατεύσει λίγο. Ωστόσο, τις περισσότερες φορές πηγαίναμε βρεγμένοι στον Βάμο κι όταν μας έβλεπε ο γυμνασιάρχης, μας έδιωχνε και μας έλεγε να πάμε στον γειτονικό φούρνο για να στεγνώσουμε πρώτα», σημειώνει ο κ. Νίκος γυρίζοντας πίσω το ρολόι του χρόνου.
Δεν έλειπαν βέβαια και οι στιγμές της πλάκας και του πειράγματος που έκαναν την πεζοπορία παιχνίδι: «Συχνά, μετά τον Τζιβαρά εκεί που ήταν η κονταρίδα των Αρμενιανών, συναντούσαμε εκτός από τους συμμαθητές μας και τον παπά των Αρμένων. Θυμάμαι λοιπόν μια μέρα τον παπά να βγαίνει από την κονταρίδα καθισμένος σε ένα γαϊδουράκι με προορισμό τον Βάμο. Μόλις τον αντικρίσαμε πετάχτηκε ένας μαθητής και είπε να δέσουμε ένα κόμπο στο μαντήλι γιατί τον παπά τον είχαμε για γρουσουζιά κι έπρεπε να ξορκίσουμε την ατυχία! Κατά σύμπτωση αυτό το άκουσε ο παπα- Λευτέρης, έπαιξε έναν πήδο από το γαϊδούρι, κατέβηκε κάτω κι άρχισε να κυνηγάει τον μαθητή στα χωράφια! Φυσικά δεν τον έπιασε…».
Οσο όμως κι αν υπήρχαν στιγμές με πειράγματα και παιχνίδια, οι κακουχίες ήταν πολλές κι αυτό είχε σαν συνέπεια πολλοί μαθητές, όπως αναφέρει ο κ. Νίκος, να εγκαταλείψουν το σχολείο. «Πολλά παιδιά άφησαν το σχολείο. Υπήρχε φτώχεια», υπογραμμίζει.
Χρόνια δύσκολα και σκοτεινά με κορύφωση το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το οποίο έζησε ο κ. Νίκος σε μια από αυτές τις πορείες του για το σχολείο: «Ηταν θυμάμαι νύχτα ακόμα κι ετοιμαζόμασταν να ξεκινήσουμε για τον Βάμο. Ακούσαμε τότε τον τορπιλισμό δύο βαποριών στο λιμάνι. Μόλις είχαμε φτάσει έξω από το χωριό βλέπουμε ένα ιταλικό αναγνωριστικό αεροπλάνο να πετάει και να δέχεται αντιαεροπορικά πυρά από ένα βρετανικό πλοίο που περιπολούσε. Ανίδεοι τότε εμείς -ήταν οι πρώτες ημέρες του πολέμου- μπήκα από τον φόβο μου σε ένα υπόνομο ομβρίων υδάτων για να κρυφτώ…».
dsc_0114ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΛΥΡΑΚΗΣ: Η Οδύσσεια από τον Αγ. Ιωάννη στη Χώρα Σφακίων
«Την πρώτη χρονιά στο Γυμνάσιο έμενα σε σπίτι στη χώρα Σφακίων μαζί με τον αδελφό μου και τις άλλες δύο χρονιές στο εκκλησιαστικό οικοτροφείο. Κάθε Σάββατο γύριζα με τα πόδια στον Αγ. Ιωάννη και επέστρεφα τα ξημερώματα της Δευτέρας. Είναι μια διαδρομή που την έκανα σε 5 ώρες» θυμάται ο κ. Γιάννης Πολυράκης από τον Αγ. Ιωάννη Σφακίων.
Δύο φορές την εβδομάδα έκανε τη διαδρομή με τα πόδια προς και από τη Χώρα  Σφακίων για να πάει στο Γυμνάσιο μέσα από μονοπάτια και φαράγγια αφού εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ούτε δρόμος, ούτε η γέφυρα στην Αράδαινα.
«Ήμουν καλός μαθητής και δεν ήθελα να χάσω με τίποτα την πρώτη ώρα. Ετσι σηκωνόμουν στις 3 τα ξημερώματα στον Αγ. Ιωάννη. Η μακαρίτισσα η μητέρα μου είχε φτιάξει ένα πυρσό με πανιά που τον είχε βουτήσει σε πετρέλαιο, τον άναβε μου τον έδινε και έφευγα. Αν τύχαινε και είχε λεωφορείο στην Ανώπολη γύρω στις 5 το πρωί και μετά από περπάτημα 2 ωρών το έπαιρνα για τη Χ. Σφακίων. Τις περισσότερες φορές όμως δεν είχε και συνέχιζα με τα πόδια» επισημαίνει ο συνομιλητής μας που τα βιώματα του από τα χρόνια αυτά θα τα μεταφέρει στο βιβλίο του “Πέτρινα χρόνια σε πέτρινο τόπο” που θα κυκλοφορήσει σύντομα.
ΟΙ ΚΑΤΑΧΑΝΑΔΕΣ
«Ενα παιδί 13 ετών μόνο του -σπάνια θα είχα και κάποιον άλλο παρέα- μέσα στη νύχτα, στη μέση του πουθενά. Και στο μυαλό μου να γυρίζουν οι διηγήσεις των μεγαλυτέρων για τους “καταχανάδες” (τους βρυκόλακες), για τα δαιμονικά, για σκοτωμένους που είχαν βρυκολακιάσει… Οταν αργότερα διάβασα τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες θυμήθηκα πολλές φορές ότι όπως αυτός έβλεπε τους ανεμόμυλους ως γίγαντες, έτσι και εγώ μέσα στη νύχτα τα κυπαρίσσια στον δρόμο μου τα έκανα για γίγαντες. Η καρδιά μου κτυπούσε στους 150 παλμούς. Εριχνα δύο ματιές πίσω και μια ματιά μπροστά και συνέχιζα» αφηγείται.
Φτάνοντας στην Αράδαινα ο τότε μικρός Γιάννης περνούσε το χωριό με ταχύτητα για να αποφύγει τη συνάντηση με… κάποιον από τους σκοτωμένους του χωριού και έφτανε στο φαράγγι. «Kατέβαινα από το λιθόστρωτο κάτω στον πάτο του φαραγγιού που είναι ο χείμαρρος αλλά υποχρεωτικά στην τελευταία στροφή περνούσα από ένα σπήλαιο που οι μεγάλοι έλεγαν ότι υπήρχαν δαιμονικά που είχαν τη μορφή γουρούνας με 12 γουρουνάκια. Ο παππούς μου ήταν παπάς, είχε χαράξει ένα βαθύ σταυρό που υπάρχει ακόμα για να πατάξει τα δαιμόνια. Οταν έφτανα στο σημείο αυτό έλεγα το “Πάτερ ημών” όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα και το έβαζα στα πόδια! Εφτανα τρέχοντας πάντα στην κοίτη του φαραγγιού και άρχισα να ανηφορίζω προς την Ανώπολη.
Οταν έφτανα στην όχθη ήμουν εξαντλημένος αλλά είχα την αίσθηση ότι είχα εκπορθήσει ένα φρούριο. «Τον πέρασα το φάραγγα» έλεγα. Στη συνέχεια συνέχιζα προς Ανώπολη, έμπαινα σε ένα άλλο φαράγγι που κατέληγε στον Ιλιγγα και από εκεί έπαιρνα ένα άλλο μονοπάτι για Χώρα Σφακίων και γραμμή για το σχολείο όπου έφτανα στις 8 ακριβώς! Καταϊδρωμένος, μουσκεμένος, αλλά… και τον χειμώνα με μια ομπρέλα στο χέρι. Ο γυρισμός δεν ήταν δύσκολος γιατί γύριζα με άλλα παιδιά μέχρι την Ανώπολη αλλά κυρίως γιατί ήταν μέρα, περνούσα με φως τα φαράγγια. Το σκοτάδι με φόβιζε» λέει ο κ. Γιάννης που αρίστευσε σε όλα τα σχολεία που φοίτησε, σπούδασε και πέτυχε πολύ σημαντικά πράγματα στη ζωή του. Δεν είχαν όμως όλα τα παιδιά αυτή την τύχη αφού πολλά εξ αυτών που είχαν δυνατότητες δεν κατάφεραν να σπουδάσουν όπως θα ήθελαν λόγω των τεράστιων δυσκολιών της εποχής.
ΠΟΠΗ ΓΑΒΡΙΛΑΚΗ: «Η οδοιπορία μας καθόρισε» 
«Η οδοιπορία, κυριολεκτικά και μεταφορικά, σημάδεψε και καθόρισε τις ζωές μας». Αυτό σημειώνει η Πόπη Γαβριλάκη από τους Αρμένους Αποκορώνου που μαζί με δεκάδες άλλα παιδιά μοιράστηκαν στα χρόνια της δεκαετίας του ’60 αμέτρητες ώρες πεζοπορίας από και προς το Γυμνάσιο του Βάμου.
Επικοινωνήσαμε μαζί της το πρωί της Τετάρτης στο τηλέφωνο καθώς κατοικεί μόνιμα στην Αθήνα. Δώσαμε ένα τηλεφωνικό ραντεβού για το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Δεν μας περίμενε. Οση ώρα μεσολάβησε, κάθισε και κατέγραψε στο χαρτί σκέψεις και συναισθήματα από εκείνα τα χρόνια. Ο λόγος δικός της:
«Από το μεσημέρι που μου μιλήσατε για την οδοιπορία μας από και προς το Γυμνάσιο Βάμου, μ’ έχουν κατακλύσει αναμνήσεις και συγκίνηση. Φορώ τη μαύρη μου ποδιά με το άσπρο πικεδένιο γιακαδάκι και συναντώ τις άλλες κοπέλες του χωριού. Παραπάνω θα συναντήσουμε τα αγόρια με τα μπλε πηλίκια και όλοι μαζί θα ανηφορίσουμε τις Χαλέπες του Λεντάρη, θα περάσουμε τους σπήλιους, θα σκαρφαλώσουμε τ’ άγρια βράχια και θα βγούμε στην “κούρμπα” του δρόμου προς τον Βάμο, λίγο μετά τον Τσιβαρά. Εκεί θ’ ανταμώσουμε τους μαθητές από Τσιβαρά, Καλύβες, Στύλο και Νιο Χωριό. Θα μας προλάβουν και τα χωριανάκια μας που είχαν την τύχη και διέθεταν ποδήλατο. Ο Μανώλης Πιπεράκης, ο Κωστής Τσακιράκης, ο Γιάννης Τερεζάκης, ο Θοδωρής Κουτσουπάκης και άλλοι πολλοί. Γιώργης, Σταύρος και Πιπίνα Νικητάκη, Ερασμία και Τάκης Πριπάκης, Πόπη Καβρουλάκη, Ειρήνη Κουτσουπάκη, Βασίλης Λαμπαθάκης, Κατίνα Λαμπαθάκη, Γιάννης και Στέλλα Πατηνιωτάκη, Μανόλης Τσακιράκης, Δημήτρης Αβερκάκης, Μαρία και Πόπη Γαβριλάκη, Αννα και Ηλίας Νικάκης, Καλλιβρετάκη Λιωλιώ, Λεντάρη Λούλα, Βαγγέλης Καβρουλάκης, Προεστάκης Γιώργης, Αντώνης και Κωστής. Προσπαθώ να θυμηθώ ονόματα, αλλά φοβάμαι ότι ξεχνάω πολλούς (…).
Οδοιπορούμε με ζέστη, οδοιπορούμε και με κρύο και βροχή. Σκοντάφτοντας και πέφτοντας, με βροντές να μας τρομάζουν και με αστραπές να σκίζουν το σκοτάδι και να μας δείχνουν το στρατάκι που χαλούσε η καταρρακτώδης βροχή. «Βρέξε Θεέ μου, βρέξε και φέξε, να βρούμε το δρόμο να πάμε στο σχολειό», μνημονεύουμε μέχρι σήμερα το χιούμορ του Κωστή Τσακιράκη.
Ο Κλωνάρης μας περιμένει στο προαύλιο. Συναισθανόμαστε τη φροντίδα και το νιάξιμο του μεγάλου δασκάλου και η καλοσύνη στα μάτια του μας ζεσταίνει την καρδιά. Τρέμοντας και βρεγμένα ως το κόκκαλο προλαβαίνουμε το κουδούνι και μπαίνουμε στην τάξη να γράψουμε Αρχαία Ελληνικά.
Μεσημεριάζει και κατηφορίζουμε. Από το ψιλικατζίδικο του Γιώργη Γωνιωτάκη αγοράζουμε ηλιόσπορους για το γυρισμό.
Παίζουμε, μιλάμε, πειραζόμαστε, γελάμε. Περιμένει και βοηθά ο ένας τον άλλο. Κάνουμε σχέσεις, λέμε ιστορίες, αναπτύσσουμε δεξιότητες ζωής που δεν καταλαβαίνουμε ακόμη την αξία τους.
…Ολος ο Αποκόρωνας πεζοπορούσε τότε προς το μέλλον, οδεύοντας στο Βάμο. Σηκώσαμε τα μάτια κι ατενίσαμε άλλος μακρύτερα κι άλλος κοντύτερα το αλλιώτικο. Σημασία δεν έχει τι και πόσο τα καταφέραμε, πόσα “γράμματα” μάθαμε πού και πόσο σφάλαμε κι υπερβάλαμε στη ζωή μας. Σημασία έχει ότι η οδοιπορία αυτή κυριολεκτικά και μεταφορικά προς και από αυτό τον τόπο – ορόσημο, σημάδεψε και καθόρισε τις ζωές μας. Και ήταν φυσικό να συμβεί έτσι, αν σκεφτούμε ότι η πρώτη και δεύτερη μεταπολεμικές δεκαετίες είχαν να αναστηλώσουν και ν’ ανατρέψουν. Ασυνείδητα κουβαλούσαμε τον σπόρο της αλλαγής και της ανατροπής της εποχής μέσα μας.
Φρόντισαν από πολύ νωρίς να το ενσταλάξουν στην ψυχή μας οι γονέοι μας, φτωχοί κι αγράμματοι οι περισσότεροι, αλλά με αλάθητο κριτήριο σε θέματα ζωής. Γι’ αυτούς που έβγαιναν από ένα πόλεμο κι άλλο ένα εμφύλιο, το σχολείο και “τα γράμματα” ήταν ανάγκη.
Τη φράση “να μάθεις γράμματα, να μην παιδεύεσαι σαν εμάς” την είχαμε ακούσει από νωρίς κι είχε ριζώσει στην ψυχή μας. Αυτοί ήμασταν όλοι εμείς οι πεζοπόροι μαθητές κι αυτός ήταν ο τόπος μας. Που από νωρίς μας έστειλε στα δύσκολα, για ν’ αλλάξουμε και τη δική μας και τη δική του ζωή.
Εδώ αισθάνομαι την ανάγκη να αναφερθώ σε κείνους από τα χωριά μας που δεν πήγαν στο Γυμνάσιο. Συνήθως παιδιά με δυσκολίες στη μάθηση που οι καιροί δεν είχαν τη γνώση κι τον τρόπο να θεραπεύσουν. Κι αυτό δεν είχε να κάνει με μυαλό κι εξυπνάδα γιατί οι πολλοί κατάφεραν να στήσουν δουλειές, να ορθοποδήσουν, να κάνουν οικογένειες υποδειγματικές και να προκόψουν. Κι εκείνοι κι εμείς, καμαρώνουμε που τα βγάλαμε πέρα μέσα σε δύσκολες συνθήκες.
Ετσι κι αλλιώς για όλους μας, πάντα μια οδοιπορία προς τα μπρος η ζωή, επίπονη κι επώδυνη».
ΜΑΝΩΛΗΣ ΔΡΑΚΑΚΗΣ: «Περνούσαμε τρέχοντας από το νεκροταφείο»
Το Μπαμπακάδω, σε απόσταση 7 χλμ. από την Κάντανο στο Σέλινο είναι το χωριό του φυσικού σήμερα και διευθυντή στο 3ο Ενιαίο Λύκειο Μανώλη Δρακάκη. Τη δεκαετία του ’60 έπρεπε καθημερινά να μετακινείται προς την Κάντανο όπου υπήρχε σχολείο.
«Ξεκινούσαμε τα παιδιά κάθε πρωί για την Κάντανο. Υπήρχαν 3 διαφορετικά μονοπάτια και ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, τις αντοχές μας, αν θα θέλαμε να συναντήσουμε τους γονείς μας στην επιστροφή, επειδή θα ήταν σε κάποιο λιόφυτο για να το μαζέψουν, διαλέγαμε και το κατάλληλο μονοπάτι. Αυτή ήταν η καθημερινότητα μου για 7 χρόνια» εξηγεί ο κ. Δρακάκης που στη συνέχεια και για τα τελευταία χρόνια του Γυμνασίου ήλθε στα Χανιά.
Η καθημερινότητα για τους μαθητές όπως ο Μανώλης Δρακάκης ήταν πολύ δύσκολη. «Ξυπνούσαμε πριν από τις 7 το πρωί και ξεκινούσαμε την πεζοπορία προς την Κάντανο. Κάναμε περίπου τρία τέταρτα- μία ώρα όταν πηγαίναμε το πρωί. Οταν φεύγαμε επειδή ήταν ανηφόρα κάναμε περισσότερο χρόνο όπως είναι λογικό. Στο Δημοτικό κάναμε μάθημα και το μεσημέρι και έτσι έπρεπε να παραμείνουμε στην Κάντανο. Τρώγαμε κάτι που φέρναμε από το σπίτι μας, παίζαμε και στη συνέχεια πηγαίναμε για μάθημα. Πολλές φορές με έπαιρνε στο σπίτι του ο αείμνηστος δάσκαλός μου ο Μανώλης Γρηγοράκης και διάβαζα μαζί με το γιο του και συμμαθητή μου τον Νίκο» λέει ο κ. Δρακάκης.
Σε όλα αυτά τα χρόνια οι μνήμες από γεγονότα πάρα πολλές. Ζητάμε από τον κ. Δρακάκη να ξεχωρίσει κάποιες από αυτές και να μας τις περιγράψει. «Διάλεγα ένα μονοπάτι που περνούσε έξω από το νεκροταφείο. Οταν λοιπόν πλησίαζα εκεί άρχιζα να τρέχω, να τρέχω με όλη μου τη δύναμη, να το περάσω! Επίσης έπρεπε να περάσω από δύο χειμάρρους που το χειμώνα είχαν ορμητικά νερά. Ρίχναμε πέτρες, στις οποίες πατούσαμε για να περάσουμε. Ομως μια φορά έπεσα μέσα ολόκληρος και στο σχολείο και όλη την ημέρα έμεινα με τα ρούχα βρεγμένα από πάνω ως κάτω» θυμάται ο εκπαιδευτικός.
Συνήθως όλοι μας όταν επιστρέφουμε στο παρελθόν, το αντιμετωπίζουμε εξιδανικευμένα. Πόσες φορές έχουμε ακούσει ότι τότε έβγαιναν καλύτεροι επιστήμονες, πιο μορφωμένοι άνθρωποι, τότε τα παιδιά μάθαιναν γράμματα παρότι υπήρχαν 50 και 60 παιδιά στις τάξεις;… Ρωτάμε για αυτές τις αντιλήψεις τον συνομιλητή μας. «Δεν συμφωνώ! Το αντίθετο. Αυτό που νοσταλγώ είναι οι σχέσεις των ανθρώπων.
Ημασταν πιο κοντά όλοι, αυτό πράγματι ίσχυε. Δεν νοσταλγώ όμως την ταλαιπωρία, τις συνθήκες που είχαμε στα σχολεία και την έλλειψη των μέσων που υπάρχουν τώρα. Σήμερα τα παιδιά μαθαίνουν καλύτερα γράμματα και είναι πολλά περισσότερα αυτά που τελειώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση και σπουδάζουν σε σύγκριση με τότε» είναι η απάντηση του, που ευγνωμονεί αιώνια τους δασκάλους και καθηγητές του για την προσπάθεια και την αγάπη τους και ειδικά τους Μανώλη Γρηγοράκη και Ζαχαρένια Αναστασάκη.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΟΝΤΑΚΗ: Περπατώντας με λαλίνια μιάμιση ώρα για το σχολείο
Μια ολόκληρη… περιπέτεια ήταν καθημερινά η διαδρομή για το ολοήμερο σχολείο, που πριν σχεδόν 100 χρόνια λειτουργούσε στον πρώην δήμο Πελεκάνου, μας λέει η κα Ευαγγελία Κοντάκη η οποία έχοντας πατήσει στα 94 χρόνια της ζωής της, μας αφηγείται με έναν μοναδικό τρόπο πώς τα παιδιά εκείνης της εποχής πήγαιναν με λαλίνια (παπούτσια με ξύλινο πάτο) στο σχολείο διανύοντας απόσταση μιάμισης ώρας με ήλιο ή βροχή αλλά και έναν επικίνδυνο ποταμό δίχως γέφυρα. Κι όμως παρά τις μεγάλες αντιξοότητες εκείνης της εποχής, υπήρξαν παιδιά που κατάφεραν να σπουδάσουν ή να διακριθούν στους αγώνες για την πατρίδα.
«Εκλεισα τα 94 στις 2 Φεβρουαρίου. Είμαι γεννηθείσα το ’22 στα Παυλιανά του πρώην δήμου Πελεκάνου (νυν καλλικρατικού δήμου Καντάνου – Σελίνου) μας λέει η κα Ευαγγελία, το γένος Παυλάκη και συνεχίζει λέγοντας: «Ημασταν 4 αδέρφια, τρεις κόρες και ένας γιος. Από το σχολείο το σπίτι μας, ήταν μιάμιση ώρα δρόμος. Αμα σου πω ότι περπατούσαμε μιάμιση ώρα κάθε μέρα μέχρι το σχολείο, με ήλιο ή βροχή θα το πιστέψεις; Το σπίτι μας ήταν στο πιο ψηλό σημείο της περιοχής. Περνούσαμε από  τις Στροβλές και το πρώτο χωριό που συναντούσαμε ήταν το Αρχοντικό. Μετά το Μετόχι, ο Πρίνος και μετά… το ποτάμι. Υστερα ήταν τα Μοθιανά όπου βρισκόταν το σχολείο μας.
Για να κατεβούμε από το χωριό μας, χρειαζόταν μισή ώρα περίπου μέχρι το ποτάμι. Μετά ανεβαίναμε ένα ανηφοράκι και από εκεί δίπλα – δίπλα περπατούσαμε για να πάμε στο σχολείο. Αμα “φούσκωνε το ποτάμι”, ερχόταν ένα μέλος από την οικογένειά μας και μας σήκωνε στην πλάτη του και μας πέρναγε απέναντι. Αμα ήταν πολύ επικίνδυνος ο ποταμός δεν πηγαίναμε σχολείο. Μια φορά είδαμε κοντά στον ποταμό, φίδια τυλιγμένα. Φοβηθήκαμε βάλαμε κάτι φωνές. Ηταν μια μεγάλη περιπέτεια.
Από τα γύρω χωριά πήγαιναν στο σχολείο πολλά παιδιά, από τα Καματερά, το Μουστάκο, τα Συντιχιανά κ.ά. Κάθε πρωί στις έξι, οι γονείς μας έβαζαν σε μια τσάντα με κορδόνια για τον ώμο, το φαγητό μας για το μεσημέρι. Διότι το σχολείο ήταν ολοήμερο. Ξυπνούσαμε στις 6 νωρίς το πρωί και σχολούσαμε στις 7-8 το βράδυ. Οταν φεύγαμε περίμενε ένας δικός μας στον ποταμό γιατί ήταν επικίνδυνος για να μας περάσει στην απέναντι όχθη. Ηταν πολύ δύσκολα τα πράγματα τότε. Ο πατέρας μας, επειδή δεν είχε τη δυνατότητα να μας αγοράσει παπούτσια, μας έφτιαχνε λαλίνια, δηλαδή μπρόκωνε ένα ξύλο για πάτο παπουτσιού με ύφασμα από πάνω. Πηγαίναμε με λαλίνια στο σχολείο, κι εμείς και τα άλλα παιδιά. Πολλά ήταν και ξυπόλητα. Τον Χειμώνα όταν έβρεχε, πηγαίναμε “μούσκεμα” στο σχολείο και κρεμούσαμε τα πιο βαριά ρούχα να στεγνώσουν. Το σχολείο μας ήταν ένα μικρό στενό δωμάτιο, λίγα καθίσματα και μια έδρα. Πολλές φορές άμα τα παιδιά ήταν ζωηρά, πετιούνταν και φεύγανε από το… παράθυρο. Οι τιμωρίες; Σκληρές. Με το ένα πόδι όρθιοι σε μια γωνιά για ώρες, αλλά η σκληρότερη ήταν “οι ατσάχοι”, έκοβαν στα δυο μια σκληρή άσπρη πέτρα και έβαζαν τα παιδιά να γονατίζουν πάνω με αποτέλεσμα να τρέχει αίμα από τα γόνατα τους, άλλες φορές τα έβαζαν να “παίζουν” κουτουλιές στον πίνακα μέχρι να κάνουν καρούμπαλο, για τιμωρία.
Θυμάμαι στην πρώτη τάξη είχαμε έναν δάσκαλο αλλά ήταν γεροντάκι και μια φορά τον πήρε ο ύπνος στο θρανίο. Ομως στη δεύτερη τάξη ήρθε ένας άλλος δάσκαλος που είχε άλλες ικανότητες, πρόσεχε πολύ τα παιδιά και μας έμαθε πολλά πράγματα. Τα κορίτσια σχόλαγαν νωρίτερα, και αργότερα τα αγόρια, για να μην συναντιόνται γιατί… ερωτοτροπούσαν λιγάκι. Γι’ αυτό ο δάσκαλος μας συνόδευε και στον δρόμο. Εγώ πήγα μέχρι την Γ’ τάξη, μετά έπρεπε να βοηθήσω τον πατέρα μου στην περιουσία μας στην Κουντούρα».


Αναμνήσεις ενός δασκάλου
Τις δικές του εμπειρίες για τους οδοιπορούντες μαθητές μιας άλλης εποχής, μας διηγείται ο δάσκαλος Σταμάτης Αποστολάκης ο οποίος από το 1959 έως 1964 υπήρξε δάσκαλος στο Ροδοβάνι. «Τα παιδιά ήταν πάρα πολλά. Στο σχολείο στο Ροδοβάνι έρχονταν 101 μαθητές όχι μόνο από το Ροδοβάνι αλλά και από τη Λειβάδα, τον Αγριλέ, τα Καμάρια, τους Αϊδονούς, δηλαδή από πέντε χωριά. Από αυτά το κοντινότερο χωριό απείχε από το σχολείο 3,5- 4 χλμ.
Τον Χειμώνα όταν είχε κακοκαιρία τα παιδιά έφταναν στο σχολείο βρεγμένα. Το πρωί κάθε παιδί εκτός από την τσάντα του, κουβαλούσε μαζί του και ένα ξύλο για την ξυλόσομπα του σχολείου ώστε να μπορούμε να κάνουμε μάθημα, αφού και το μεσημέρι τα περισσότερα κάθονταν στο σχολείο.
Ηταν πολλές οι δυσκολίες τότε» μας λέει ο κ. Αποστολάκης ο οποίος ωστόσο επισημαίνει πως παρά τις δύσκολες εποχές, αρκετοί μαθητές κατάφεραν να μορφωθούν και να προχωρήσουν στην ζωή τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου