Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018

Μικρά – μικρά από την επίσκεψη Τσίπρα

PINIKRASIΚατσούνες και γραβιέρες
TSIPRASKATSOYNA
Μια κατσούνα με λαβή κριού παρέδωσε στον πρωθυπουργό ο αντιδήμαρχος Καντάνου κ. Γ. Βακάκης. «Eπειδή έχεις πολλούς αντιπάλους χρειάζεται…» του είπαν χαρακτηριστικά παρευρισκόμενοι. Επίσης ο δήμαρχος Καντάνου – Σελίνου του έδωσε ένα βιβλίο με τις βυζαντινές εκκλησίες του Σελίνου αλλά και ένα καλάθι με γραβιέρα, παξιμάδια, βότανα και άλλα τοπικά προϊόντα με τον κ. Τσίπρα να σχολιάζει «έχω και εγώ τα τυχερά μου».
Κρασί αλλά και…μπυράλ!
PINIKRASI
Ντόπιο κρασί, πιλάφι, βραστό, τσιγαριαστό, ψητό και καλιτσούνια είχε το γεύμα που παρέθεσε ο Δήμος Καντάνου, στον πρωθυπουργό και στη συνοδεία του. Ειδικά τα καλτσούνια έγιναν ανάρπαστα ανάμεσα στους αστυνομικούς της φρουράς του πρωθυπουργού που δοκίμασε με μεγάλο ενδιαφέρον το πιλάφι, ενώ όπως μας είπαν δήλωσε εντυπωσιασμένος από το ντόπιο αναψυκτικό που του προσφέρθηκε, μπυράλ “Τεμενίων”. Στο κ. Τσίπρα πάντως είπαν και ένα ριζίτικο.
«Οχι τσικουδιές στον Πολάκη»
MEPOLAKHtsikoydia
Τον πρωθυπουργό σταμάτησαν σε ένα καφενείο κάτοικοι της περιοχής και τον κέρασαν τσικουδιές. «Περιμένετε και τον Πολάκη να πιει μια τσικουδιά» ήταν το σχόλιο ενός κατοίκου καθώς ο αναπληρωτής Υπουργός Υγείας ακολουθούσε λίγο πιο πίσω. «Μην του βάλετε αυτουνού… δεν το έχει ανάγκη όταν ήταν μικρός είχε πέσει στο καζάνι με την τσικουδιά» ήταν το σχόλιο του κ. Τσίπρα, προκαλώντας πολλά γέλια το σχετικό καλαμπούρι.
Συνάντηση με τον Μ. Βολικάκη
MEBOLIKAKH
Και τον Α. Τσίπρα (αφού έχει συναντήσει το σύνολο σχεδόν της πολιτικής ηγεσίας την τελευταία 4ετία) είδε έστω και για λίγο ο επιχειρηματίας Μ. Βολικάκης προκειμένου να του αναφέρει το ζήτημα που είχε προκύψει με τη φιλοξενία προσφύγων το 2014 και το ότι ακόμα δεν έχει πάρει τα χρήματά του. Όπως εξήγησαν στον πρωθυπουργό συνεργάτες του το ξενοδοχείο είχε κλειστεί από την Περιφέρεια χωρίς να έχει υπογραφεί κάποια σύμβαση κάτι που κάνει δύσκολη την πληρωμή του ξενοδόχου για τη φιλοξενία τότε των προσφύγων. Ο περιφερειάρχης κ. Αρναουτάκης που ήταν παρών στη συνάντηση ανάφερε πως το ζήτημα μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με μια νομοθετική ρύθμιση.
«Αγρότη περίμενε τη Δ.Ε.Θ…»
_AGROTHSDETH
Συνάντηση με αγρότες είχε στην Κάντανο ο κ. Τσίπρας, με έναν εξ’ αυτών να δηλώνει τη δυσαρέσκεια του καθώς «έχει αυξηθεί η φορολογία σε βάρος μας, συν τα ασφαλιστικά δεν βγαίνουμε οικονομικά» του ανάφερε χαρακτηριστικά, με τον πρωθυπουργό να απαντάει ότι «σε καταλαβαίνω, αλλά περίμενε να δεις τι θα πούμε στη Δ.Ε.Θ., θα σε αφορούν».
Το “Μάτι” και στην Κάντανο!
MATI-
Με ένα παραθεριστή, κάτοικο στο Μάτι, συναντήθηκε τυχαία στο ζαχαροπλαστείο του Κοντεκάκη στην Κάντανο ο κ. Τσίπρας. «Θελουμε τη στήριξή σας γιατί υπάρχουν πάρα πολλά θέματα» ανάφερε ο κάτοικος, με τον κ. Τσίπρα να απαντάει ότι για την περιοχή θα γίνει ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό.
Χειροκροτήματα…
XEIROKROTHMATA
Με θερμό χειροκρότημα και εναγκαλισμούς υποδέχθηκαν περίπου 60 άτομα τον κ. Τσίπρα κατά την άφιξη του στην πλατεία Δικαστηρίων. Στελέχη, μέλη και φίλοι του ΣΥΡΙΖΑ χειροκρότησαν τον κ. Τσίπρα τόσο κατά την είσοδο, όσο και κατά την έξοδό του, ενώ αρκετοί εξ αυτών βρέθηκαν και στον χώρο των ΤΟΜΥ (στο παλιό Νοσοκομείο) αλλά και στην Κάντανο.
…και αποδοκιμασίες


APODOKIMASIES
Με φωτογραφίες του κ. Τσίπρα που έγραφαν πάνω “Ανεπιθύμητος” και φωνάζοντας “η προδοσία δεν θα περάσει” υποδέχθηκαν τον κ. Τσίπρα περίπου 10 άτομα. Η διαμαρτυρία αφορούσε τη συμφωνία για το Μακεδονικό. Οι συγκεντρωμένοι αρχικά μαζεύτηκαν στη στάση του αστικού ΚΤΕΛ, ωστόσο με παρέμβαση της Αστυνομίας αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν 20 μέτρα πιο πίσω, όπου συνέχισαν τη διαμαρτυρία τους για 20 λεπτά.

Μικρά – μικρά από τη σύσκεψη για την παλιά πόλη

Εμπλοκή στο ΣτΕ για το ετοιμόρροπο
ΚΤΗΡΙΟFWTO1
Το κτήριο στη συμβολή των οδών Σήφακα, Κατρέ και Ποτιέ παραμένει στη θέση του παρότι είναι ετοιμόρροπο και ο κίνδυνος κατάρρευσης τμήματός του κάτι παραπάνω από πιθανός.
Όπως ειπώθηκε στη χθεσινή σύσκεψη για την παλιά πόλη (βλ. σελ. 7), οι ιδιοκτήτες έχουν προσφύγει στο ΣτΕ με σκοπό να αποζημιωθούν για την απαλλοτρίωση του ως κτήριο που δεν είναι ετοιμόρροπο (κάτι που σημαίνει ότι αξιώνουν περισσότερα χρήματα). Οι μετέχοντες στη σύσκεψη πάντως εμφανίστηκαν ανήσυχοι για τον κίνδυνο ατυχήματος.
 
«Κανένα πρόβλημα για πλατεία Εισοδίων»
PLATEIAEISODIWN
«Δεν υπάρχει θέμα με την πλατεία Εισοδίων» δήλωσε ο δήμαρχος Τ. Βάμβουκας αναφορικά με τις εργασίες ανάπλασης της Χάληδων που θα ξεκινήσουν τον Νοέμβρη. Ο κ. δήμαρχος ρωτήθηκε για τις αναφορές δημοτικών συμβούλων ότι ο Δήμος δεν μπορεί να παρέμβει στην πλατεία γιατί ο χώρος ανήκει στην εκκλησία.
«Οι κύριοι που τα λένε αυτά, ας ξεκαθαρίσουν αν θέλουν ή αν δεν θέλουν να γίνει το έργο, γιατί με αυτά βάζουν μόνο προσκόμματα. Φυσικά και μπορεί να γίνει το έργο, η πλατεία έχει δημόσια χρήση και η εκκλησία μας δεν έχει καμία απαίτηση» είπε ο δήμαρχος.
 
Απομακρύνονται οι σκαλωσιές
PALIODHMARXEIO
Μετά το τέλος της τουριστικής σεζόν θα απομακρυνθούν οι σκαλωσιές από το παλαιό δημαρχείο στο τέλος της οδού Χάληδων είπε ο κ. Βάμβουκας. Οι σκαλωσιές τοποθετήθηκαν καθώς κατέρρεαν τμήματα του δημαρχείου αφού η ανάπλαση που είχε ξεκινήσει πριν από 12 χρόνια σταμάτησε καθώς το πρόγραμμα “Θησέας” για την τοπική αυτοδιοίκηση από το οποίο χρηματοδοτούνταν δεν είχε άλλους πόρους!
«Εχουν γίνει οι απαραίτητες εργασίες στερέωσης του κτηρίου που ναι μεν δεν έχει αποκατασταθεί πλήρως, αυτό θα γίνει στο μέλλον, όμως το κτήριο δεν είναι επικίνδυνο και έχουμε πάρει τις σχετικές άδειες ώστε να απομακρύνουμε τις σκαλωσιές» ανάφερε ο δήμαρχος.
Αλλα γκρεμίζονται και άλλα μένουν…


Αναφορικά με τα κτήρια στη Σήφακα, στη σύσκεψη συμφωνήθηκε ότι μετά τις 10 Νοεμβρίου θα ξεκινήσει η διαδικασία κατεδάφισης την οποία χρηματοδοτεί ο Δήμος Χανίων. Η κατεδάφιση θα γίνει προκειμένου να αναδειχθεί το βυζαντινό τείχος. Ωστόσο ένα κτήριο θα παραμείνει καθώς έχει κριθεί στο παρελθόν διατηρητέο αφού σε αυτό βρέθηκε τουρκικό χαμάμ.

ΜΙΑ ΓΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΕΙ

Στα “Μαχαιράδικα” του σήμερα

Το όνομα τους έχει συνδεθεί με τα Χανιά, από τους παλιούς μαχαιροποιούς μέχρι σήμερα… είναι το χαλαρωτικό στέκι των επισκεπτών, των ντόπιων, των φοιτητών, των ανθρώπων που αναζητούν μια διαφορετική αίσθηση μέσα στην παλιά πόλη. Τα “Μαχαιράδικα” έχουν αλλάξει φυσιογνωμία. Ο ήχος των τροχών έχει περιοριστεί, τα μαχαίρια στις βιτρίνες δεν είναι η κατ’ εξοχήν εικόνα του δρόμου, η εστίαση έχει κυριαρχήσει, χωρίς όμως να στερεί από αυτή τη γωνιά της πόλης τη γοητεία της.
Τεχνίτης -μαχαιροποιός τρίτης γενιάςKODAK Digital Still CameraKοντά στα σαράντα χρόνια μαχαιροποιός ο Μιχάλης Παχτίκος και μάλιστα τρίτης γενιάς καθώς ο Κωνσταντινουπολίτης παππούς του είχε ανοίξει πρώτα μαχαιράδικο στη Σήφακα.
«Είμαι 38 χρόνια μαχαιροποιός, ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου 68 χρόνια, και το μαγαζί είχε ανοίξει το 1912, εδώ στα Μαχαιράδικα από τον παππού μου… τον “Αρμένη”, που είχε έρθει από την Πόλη, από την αρμένικη κοινότητα» μας λέει ο κ. Μιχάλης σε ένα διάλειμμα της δουλειάς του.
«Η ονομασία “Μαχαιράδικα” υπήρχε επί Τουρκοκρατίας. Τότε τα αποκαλούσαν “Μπιτσαξίδικα” (Μπιτσάκ είναι το κρητικό μαχαίρι), έπειτα επί Γερμανικής κατοχής οι Γερμανοί έλεγαν την περιοχή “Μέσερ στράους”, δηλαδή ο δρόμος των Μαχαιριών”» αναφέρει και θυμάται το δρόμο τότε που λειτουργούσαν τέσσερα μαχαιροποιεία, ήταν ακόμη η Μπουγάτσα του Ιορδάνη, 1-2 καφενεδάκια και σπίτια της γειτονιάς:
«Ηταν το μαχαιράδικο του Νίκου του Σκουντρή, του Αντρέα του Σπανούδη, του Παντελίδη και του πατέρα μου, του Αρμένη. Κάθε πρωί οι τέσσερις πίνανε καφέ στο καφενεδάκι που βρίσκεται στην αρχή της Σήφακα (στη σημερινή “Πλάκα”) και ήταν οι καλύτεροι φίλοι. Με το που ξεκινούσε η δουλειά γίνονταν οι χειρότεροι εχθροί. Υπήρχε μια κόντρα, ποιος θα φτιάξει το ωραιότερο μαχαίρι και ποιος θα το πουλήσει πιο ακριβά. Γι’ αυτό εκείνη την εποχή βγάζανε… μαχαίρια – κοσμήματα».
Τον ρωτάμε για το ενδιαφέρον για τα Κρητικά μαχαίρια. «Ενδιαφέρον; Από κάθε γωνιά του κόσμου! Τώρα φτιάχνουμε μαχαίρια που θα σταλούν ως δώρα σε κάποιους σεφ στη Βιρτζίνια. Αλλοι πελάτες μας έχουν φέρει εδώ νύχι… αλιγάτορα, στρουθοκάμηλου κ.λπ. και ζητούν να τα βάλουμε ως λαβή σε κρητικό μαχαίρι που μας παράγγειλαν» απαντάει ο κ. Παχτίκος. Μαχαίρια με την υπογραφή του βρίσκονται σε Μουσεία της Κύπρου, στην Ελληνική Βουλή ενώ πολλές προσωπικότητες με πρόσφατο τον πρώην Βρετανό πρωθυπουργό Τόνι Μπλερ έχουν επισκεφτεί το μαχαιράδικο του για να αποκτήσουν το δικό τους κρητικό μαχαίρι.
«Οταν δίνει ο Κρητικός ένα κρητικό μαχαίρι είναι σαν να δίνει ένα κομμάτι από τον εαυτό του» καταλήγει.

Eνα διαφορετικό βιβλιοπωλείο-καφέ
Εναν χρόνο ζωής συμπληρώνει στην οδό Σήφακα 26 το καφέ-βιβλιοπωλείο “Fauve”, ένα καινούργιο στέκι για βιβλιόφιλους στα Χανιά που δίνει τη δική του πινελιά στον γνωστό δρόμο των “Μαχαιράδικων”.
Σε ένα ήσυχο μέρος δίπλα από τις μπουκαμβίλιες του γραφικού στενού μπορείς να διαβάσεις Ελύτη, Σεφέρη, Καζαντζάκη και επιλεκτική κλασική λογοτεχνία, ακούγοντας παράλληλα jazz μουσικές.
Το νέο αυτό στέκι ταιριάζει απόλυτα με το όνομά του που παραπέμπει στον φωβισμό, το καλλιτεχνικό ρεύμα της μοντέρνας τέχνης στη ζωγραφική. Για την ιδέα της δημιουργίας του μας μίλησε ο υπεύθυνος του βιβλιοπωλείου – καφέ, Αλέξανδρος Δημητριάδης, ο οποίος κατάγεται από την Καστοριά και πριν τρία χρόνια μετακόμισε από τη Θεσσαλονίκη στα Χανιά.
«Την ιδέα για ένα βιβλιοπωλείο – καφέ την είχα αρκετά χρόνια. Εψαχνα έναν χώρο να δημιουργήσω το βιβλιοπωλείο-καφέ και πάντα μου άρεσε η περιοχή των Μαχαιράδικων. Μου άρεσε γιατί ήταν εκτός κέντρου και στην άκρη της παλιάς πόλης.
Εχει μια γραφικότητα αυτή η περιοχή και είναι και πιο ήσυχη. Ετσι όταν βρήκα την ευκαιρία και είδα τούτο τον χώρο, είπα: “Εδώ είμαστε!”. Κι όλα πήραν το δρόμο τους…
Ήξερα ότι στα Χανιά δεν υπάρχει κάτι παρόμοιο και είπα να το τολμήσω. Ετσι το περασμένο καλοκαίρι άνοιξα το βιβλιοπωλείο – καφενείο “Fauve”στα Μαχαιράδικα. Πρόκειται για βιβλία λογοτεχνίας, φιλοσοφίας, ποίησης, θεωρία της Τέχνης, βιβλία που “γεμίζουν” εμένα τον ίδιο. Δεν είναι βιβλιοπωλείο που θα βρει κάποιος τα πάντα, όλα είναι επιλεγμένα ένα προς ένα».
«Ο περισσότερος κόσμος που έρχεται εδώ ενδιαφέρεται για το βιβλίο, βέβαια του αρέσει και ο χώρος που βρισκόμαστε, κυρίως οι τουρίστες απολαμβάνουν την ησυχία της περιοχής, την jazz μουσική με ένα φλιτζάνι καφέ και ένα καλό βιβλίο, το οποίο δεν είναι ανάγκη να το αγοράσει.
Δηλαδή ενώ πίνουν τον καφέ τους μπορούν να επιλέξουν ένα βιβλίο από τα ράφια και να το διαβάσουν εδώ και μάλιστα σε συνέχειες…
Γι’ αυτό και καθημερινά ακούμε πολλά θετικά σχόλια από τους επισκέπτες για τις επιλογές των βιβλίων, το γεγονός ότι εδώ μπορούν να διαβάσουν και παράλληλα να ακούσουν καλή μουσική σε μια γραφική γειτονιά.
Εδώ στηρίζουμε το καλό βιβλίο, την καλή λογοτεχνία, την καλή ποίηση… Ευελπιστώ ότι σιγά-σιγά θα καταφέρουμε να εμπλουτίσουμε αυτή τη γωνιά των βιβλίων» σημείωσε.

«Ταυτότητα και ατμόσφαιρα»
«Παρότι στο κέντρο της τουριστικής κίνησης των Χανίων, διατηρούμε ένα χρώμα στα “Μαχαιράδικα” και αυτός πιστεύω ότι είναι ο τουρισμός του μέλλοντος. Να κρατήσουμε την ταυτότητα, την ατμόσφαιρα, την ελληνικότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα μείνουμε στο…1800», πιστεύει ο Γιώργος Καντεράκης, μουσικός και ιδιοκτήτης του “Αδέσποτου”, αγαπημένου στεκιού της παλιάς πόλης που λειτουργούσε παλαιότερα με άλλη διεύθυνση και όνομα (Ανάπλους).
Μέχρι τον πόλεμο στο σημείο που σήμερα είναι η ταβέρνα υπήρχε ένα τριώροφο σπίτι, που καταστράφηκε ολοκληρωτικά κατά τους βομβαρδισμούς των ναζί. Πλέον  έχουν απομείνει μόνο οι τοίχοι, σχηματίζοντας όμως μια πανέμορφη αυλή με βασικό χαρακτηριστικό την πέτρα και τα γήινα χρώματα.
«Ξεκινήσαμε το 2006 με το χειμερινό “Αδέσποτο” σε μια ιδέα τότε του Λευτέρη Σαρτζετάκη, ενός σπουδαίου δάσκαλου της μουσικής, όχι τόσο αναγνωρισμένου όσο θα ’πρεπε, γιατί έφτιαξε μια ολόκληρη σχολή από νέους εξαιρετικούς μουσικούς.  Ο χώρος που είναι σήμερα το θερινό “Αδέσποτο” αρχικά είχε τροποποιηθεί από ένα εξαιρετικό καλλιτέχνη τον Γιώργο Κουτρουμπά. Συνεχίσαμε με τον Γιώργο και στη δική μας παρέμβαση στο χώρο δίνοντας του μια ταυτότητα που αρέσει στον κόσμο, γιατί δεν προσβάλλει το μνημείο της παλιάς πόλης. Περνάει κόσμος απ’ έξω και τον βλέπουμε να σταματάει και να γυρίζει να ξαναδεί την αυλή. Διαισθάνεται κάποιος ότι κάτι καλό συμβαίνει στον χώρο», λέει ο Γιώργος.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο χώρος χρησιμοποιήθηκε για τα γυρίσματα της ταινίας “Δύο Πρόσωπα του Ιανουαρίου” καθώς αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά σημεία της πόλης.
«Ως ταβέρνα δεν δουλεύουμε μόνο με Ελληνες, με ντόπιους ή ξένους, δουλεύουμε με ανθρώπους! Λειτουργούμε στο πλαίσιο της γειτονιάς, δεν χρησιμοποιούμε ηχεία για τη ζωντανή μουσική μας, δεν είχαμε ποτέ θέματα με τους ανθρώπους που μένουν δίπλα μας. Είναι σημαντικό το ανθρώπινο στοιχείο στην πόλη και πιστεύουμε ότι τα όποια προβλήματα λύνονται με διάλογο. Και οι κάτοικοι έχουν    αναβαθμίσει την περιοχή, μια βόλτα στα στενά αρκεί», αναφέρει ο επαγγελματίας που εκτιμά πως “Τα Μαχαιράδικα” κρατιούνται σε καλό επίπεδο και σε αυτό συμβάλλουν όλοι. «Βλέπετε, η νοοτροπία με τις πολλές καρέκλες, τη δυνατή μουσική δεν ταιριάζει με την περιοχή. Και όλοι έχουμε συμβάλλει σε αυτό το πράγμα. Τώρα βέβαια θα θέλαμε και περισσότερη φροντίδα από τον Δήμο. Καλύτερη καθαριότητα, δεν έχουμε κάδους για ανακύκλωση, για το γυαλί, δεν υπάρχει ένας ορισμένος χώρος για να σταματάει χωρίς να ενοχλεί ο προμηθευτής, μία διευκόλυνση για τη στάθμευση των μηχανακιών… Δεν νομίζω ότι ζητάμε πράγματα που δεν είναι λογικά!» καταλήγει ο συνομιλητής μας.

Μια “Πλάκα” από το παρελθόν
Η “Πλάκα”, το κλασικό μεζεδοπωλείο, ξεκίνησε από τους γονείς του Μιχάλη Φουράκη, πριν από 30 χρόνια. «Τότε ο χώρος που είμαστε σήμερα ήταν μια αποθήκη! Ο πατέρας μου Βασίλης και η μητέρα μου Ολγα, μετακόμισαν το καφενείο που είχαν στην οδό Ιωνίας εδώ γιατί τους άρεσε η παλιά πόλη. Εδωσαν το όνομα “Πλάκα” γιατί μας είχαν πει πως οι ντόπιοι έλεγαν την περιοχή “Πλακάδω” πριν να ονομαστούν Μαιχαράδικα. Πως ήταν ο δρόμος τη δεκαετία του ’80; Ολοι θα θυμούνται την Μπουγάτσα του Ιορδάνη, τα μαχαιροποιεία, απέναντι στο τείχος, κάτι καλύβες από “ελενίτ” που γκρεμίσθηκαν επί Τζανακάκη.  Μαγαζιά εστίασης ήμασταν εμείς, έγινε μετά η μπυραρία του Ρούντι, το “Αδέσποτο”. Ο,τι μαγαζιά βλέπεις τώρα έγιναν την τελευταία πενταετία τα περισσότερα», θυμάται ο κ. Μιχάλης Φουράκης.
Ο ίδιος μιλάει με νοσταλγία για το παρελθόν και για τη γειτονιά.
«Ειλικρινά, την προτιμούσα με την παλιά της εικόνα. Ηταν πιο γραφικά όταν ήταν μόνο τα μαχαιράδικα. Τώρα μεν έχει περισσότερη νεολαία, πολλούς φοιτητές αλλά χάθηκε ο ήχος του τροχού, τα πειράγματα μεταξύ των μαχαιροποιών, οι φωνές τους το κλίμα της εποχής» λέει.
Η φήμη των “Μαχαιράδικων” έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα στενά όρια των Χανίων. Δεν είναι τυχαίο ότι ηθοποιοί, μουσικοί, συγγραφείς, πολιτικοί από την Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό έχον ως στέκι την περιοχή. Αυτοί που… δεν έχουν στέκι τα “Μαχαιράδικα” είναι σύμφωνα με τον κ. Φουράκη οι εκάστοτε δημοτικές αρχές όλα αυτά τα χρόνια. «Δεν ξέρω για ποιο λόγο αλλά δεν βλέπω να έχει γίνει οποιαδήποτε σοβαρή παρέμβαση. Το ξύλινο καγκελάκι είναι “σάπιο” και σε λίγο καταρρέει, υπάρχουν κτήρια που είναι ετοιμμόροπα, έχουμε τον μετασχηματιστή της ΔΕΗ πάνω από τα κεφάλια μας, υπάρχει θέμα με τα απορρίμματα… Μπορείς να πεις με όλα αυτά ότι ενδιαφέρονται για την περιοχή;» είναι το σχόλιο του.


Πέμπτη 16 Αυγούστου 2018

ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟ

Χιλιάδες επισκέπτες στα Χανιά

1Δεκαπενταύγουστος των Ελλήνων επισκεπτών για τα Χανιά, με χιλιάδες άτομα να καταφθάνουν τις τελευταίες πέντε ημέρες τόσο ακτοπλοϊκώς όσο και αεροπορικώς στην Κρήτη.
Το αδιαχώρητο επικρατεί τις ημέρες αυτές όχι μόνο στο κέντρο, την παλιά πόλη και το ενετικό λιμάνι αλλά και στα χωριά της ενδοχώρας και δημοφιλείς προορισμούς όπως ο Πλατανιάς, η Γεωργιούπολη, η Αλμυρίδα, οι Καλύβες, το Κολυμπάρι, το Καστέλι Κισάμου, η Παλαιόχωρα, το Φραγκοκάστελλο Σφακίων.
Σύμφωνα με στοιχεία του Κεντρικού Λιμεναρχείου Χανίων το προηγούμενο τριήμερο έφθασαν στα Χανιά με πλοία, σχεδόν, 10.000 άτομα, ενώ επίσης πολύ αυξημένη ήταν και η κίνηση και το πρώτο δεκαήμερου του Αυγούστου, με πολλά ημερήσια δρομολόγια.
Αναφορικά με τις αφίξεις στο αεροδρόμιο Χανίων, παρ’ ότι η Fraport δε δίνει στοιχεία με τις καθημερινές αφίξεις σύμφωνα με πληροφορίες των “Χ.ν.” η κίνηση από charter του εξωτερικού ήταν αυξημένη καθ’ όλη τη διάρκεια του Αυγούστου.
Σε ό,τι αφορά στις εσωτερικές πτήσεις η παύση των πτήσεων από τη Ryanair ήταν εμφανέστατη και τον Αύγουστο, παρά τις πτήσεις που ξεκίνησαν άλλες αεροπορικές εταιρείες (Ellinair).
2«Για πληρότητες σε ικανοποιητικά επίπεδα που δεν συμβαδίζουν όμως με τις αφίξεις», έκανε λόγο ο πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Ν. Χανίων κ. Μανώλης Γιαννούλης (φωτ.). Σύμφωνα με τον κ. Γιαννούλη παρ’ ότι οι αφίξεις είναι πολύ μεγάλες «υπάρχουν κενά δωμάτια ακόμα και αυτήν την εποχή στα ξενοδοχεία των Χανίων.
Αυτό σημαίνει ότι πολύς κόσμος δεν πηγαίνει σε ξενοδοχειακά καταλύματα».
Αναφορικά με τα ενοικιαζόμενα δωμάτια, κατοικίες, σπίτια διαπιστώνεται μια ισχυρή τάση σε αυτόν τον τύπο διακοπών καθώς πολλές οικογένειες ή μεγάλες παρέες φαίνεται να τον προτιμούν.

ΛΟΓΩ ΑΥΞΗΜΕΝΗΣ ΕΠΙΒΑΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ ΣΤΑ ΠΛΟΙΑ

Κυκλοφοριακό κομφούζιο στη Σούδα

2“Στενάζει” κάθε Αύγουστο η Σούδα και μαζί της και οι οδηγοί που προσπαθούν να απομακρυνθούν ή να προσεγγίσουν τον χώρο του επιβατηγού λιμανιού. Το αίτημα για δεύτερη είσοδο – έξοδο στο λιμάνι προς την πλευρά του Ρεθύμνου, ώστε να διοχετεύονται προς τα εκεί τα οχήματα που κινούνται προς Αποκόρωνα και τον γειτονικό Νομό, είναι κάτι παραπάνω από ώριμο.
Παρ’ ότι η δεύτερη είσοδος -έξοδος προβλεπόταν στις σχετικές μελέτες για το λιμάνι της Σούδας μέχρι σήμερα δεν είχε προχωρήσει κάτι.
«Αν δεν γίνει κάτι η Σούδα κάθε χρόνο θα πνίγεται περισσότερο. Βλέπουμε τι γίνεται κάθε μέρα που έχουμε τρία πλοία», λέει στα “Χ.ν.” ο πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας Σούδας κ. Κώστας Φωκάς.
Τόσο η Τοπική Κοινότητα όσο και παλαιότερα ο Δήμος Σούδας είχαν υποβάλει αιτήματα για μια δεύτερη είσοδο – έξοδο για το επιβατηγό λιμάνι της Σούδας. «Από όσο γνωρίζω από τη μελέτη Ρογκάν προβλέπεται δυτικά της δεξαμενής του Ναυτικού δρόμος που συνδέει το λιμάνι με την Εθνάρχου Βενιζέλου, στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα η παιδική χαρά και το κτήριο των προσκόπων. Δυστυχώς, το έργο αυτό δεν προχώρησε αλλά πιστεύουμε ότι είναι πλέον καιρός να έχουμε εξελίξεις, γιατί ένα τέτοιο έργο θα δώσει ανάσα στη Σούδα και παράλληλα η ανάπλαση της πλατείας της Σούδας θα βελτιώσει την εικόνα στο παραλιακό μέτωπο», τονίζει ο κ. Φωκάς.
Η όποια παρέμβαση στην περιοχή, ο κ. Φωκάς εκτιμά ότι, πρέπει να συνδεθεί και με την κατασκευή ενός κόμβου στο Πλατάνι, από όπου καθημερινά διέρχονται χιλιάδες αυτοκίνητα και είναι πολύ συχνά τα ατυχήματα.
ΤΟ ΛΙΜΕΝΑΡΧΕΙΟ 
exodosbrady«Λαμβάνοντας υπόψιν την αύξηση του αριθμού των επιβατών, πλέον έχουμε τρία πλοία καθημερινά μαζί με το ημερήσιο, θεωρώ ότι θα προσέφερε μια λύση μια δεύτερη έξοδος για το λιμάνι»,  λέει ο λιμενάρχης Χανίων κ. Σπύρος Πασσάκος, που συμπληρώνει επίσης πως «θα ήταν καλό να αυξηθεί το πλάτος της υπάρχουσας πύλης, ώστε να μπορούν να φεύγουν ταυτόχρονα δύο αυτοκίνητα αντί για ένα, όπως ισχύει σήμερα».
Ανάλογη είναι και η θέση του Λιμενικού Ταμείου Χανίων με τον πρόεδρό του Δημήτρη Μπουντρογιάννη να σημειώνει: «Υπάρχει στη μελέτη για το λιμάνι της Σούδας πρόβλεψη  για δεύτερη είσοδο – έξοδο. Μια μελέτη που θα πρέπει να προχωρήσει».
Εκτακτες παρεμβάσεις από το Λιμενικό
Σε μια σειρά από έκτακτες παρεμβάσεις, προκειμένου να διευκολυνθεί η κίνηση των οχημάτων, η ασφάλεια των οδηγών και η παροχή υπηρεσιών στην περιοχή του λιμανιού, προχώρησε το τελευταίο τετραήμερο το Κεντρικό Λιμεναρχείο Χανίων, σε συνεργασία με το Λιμενικό Ταμείο.
Όπως είπε στα “Χ.ν.” ο νέος λιμενάρχης κ. Σπύρος Πασσάκος που ανέλαβε και την πρωτοβουλία για τις παρεμβάσεις αυτές:
•   Έγιναν αλλαγές στον τρόπο επιβίβασης των αυτοκινήτων στα πλοία. Έχουν οριοθετηθεί οι χώροι που θα αναμένουν τα αυτοκίνητα που θα μπουν στο πλοίο της ΑΝΕΚ/Blue Star και στο πλοίο των “Μινωικών”.
•  Σε ό,τι αφορά στα αστικά λεωφορεία και σ’ αυτά του ΚΤΕΛ, για τα οποία υπήρχε θέση δίπλα στην πρύμνη των πλοίων με αποτέλεσμα να προκαλείται κυκλοφοριακό πρόβλημα, τώρα τα λεωφορεία είναι σε άλλο σημείο, έτσι ώστε να είναι ελεύθερος ο χώρος μπροστά και δίπλα από τον καταπέλτη των πλοίων.
•   Τα “Ταξί” έχουν συγκεκριμένη θέση στην προβλήτα “Αδρίας” παράλληλα με το πλοίο της ΑΝΕΚ.
•  Οι οδηγοί που παρκάρουν μέσα στο λιμάνι έχουν ενημερωθεί εγγράφως ότι απαγορεύεται η στάθμευση στις προβλήτες για το χρονικό διάστημα μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου.
•   Παρεμβάσεις έγιναν και στο εμπορικό τμήμα του λιμανιού και οριοθετήθηκαν χώροι για τα φορτηγά που παρκάρουν για μικρό χρονικό διάστημα και γι’ αυτά που παραμένουν για μεγαλύτερο χρόνο.


•   Αντικαταστάθηκαν σε συνεργασία με το Λιμενικό Ταμείο όλοι οι προβολείς του εμπορικού και του επιβατηγού λιμένα, ώστε το λιμάνι να φωτίζεται επαρκώς.
«Με απόφαση του λιμενάρχη για τον μήνα της μεγάλης κίνησης έγιναν μια σειρά από κυκλοφοριακές ρυθμίσεις που θα βελτιώσουν την κατάσταση», ανέφερε ο κ. Δ. Μπουντρογιάννης πρόεδρος του Λιμενικού Ταμείου Χανίων.

Τρίτη 14 Αυγούστου 2018

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ “ΕΘΝΙΚΟ ΣΠΟΡ” ΑΛΛΩΝ ΕΠΟΧΩΝ

Τα “καμάκια” των Χανίων

Μαζί με την άνθιση του τουρισμού, ξεπετάχτηκε και το “εθνικό σπορ” της εποχής, το “καμάκι”. Τα Χανιά είχαν τη δική τους ιστορία, αφού σε μια εποχή που τα ήθη ήταν “σφιχτά” οι αλλοδαπές καλλονές από τον Βορρά ήλθαν να φέρουν τα πάνω – κάτω στην καθημερινότητα της εποχής.
Σεξουαλική απελευθέρωση, ανατροπή των καθιερωμένων στα ΄70ς και στα ΄80ς κυρίως αλλά όχι μόνο. Την αλήθεια για τα “καμάκια” των Χανίων αναζητήσαμε μέσα από διηγήσεις ανθρώπων που έζησαν τις εποχές αυτές.
Για περισσότερο από 4 μήνες, μιλήσαμε με πάνω από 50 ανθρώπους, ακούσαμε και καταγράψαμε ιστορίες, επιβεβαιώσαμε ή απορρίψαμε γεγονότα, μας διηγήθηκαν υπερβολές αλλά και αλήθειες. Πολλοί εκ των πρωταγωνιστών των εποχών εκείνων δεν θέλησαν να μιλήσουν ανοικτά. Άλλοι οικογενειάρχες, άλλοι φαίνεται να αφήνουν πίσω τις νεανικές τρέλες και να μη θέλουν να τις επαναφέρουν, άλλοι πάλι δέχτηκαν να θυμηθούν μαζί μας ιστορίες από μια όχι και τόσο μακρινή εποχή.

΄70ς: Η λέξη “καμάκι” καθιερώθηκε από εδώ!
«Είναι παρεξηγημένη η λέξη “καμάκι”. Τότε οι νεολαίοι ήμασταν εντάξει. Η παρέα μας ήταν διαφήμιση για τα Χανιά», είναι τα λόγια του Γιάννη Σταματάκη. Δυνατός καρδιοκατακτητής της εποχής του έχει να μας διηγηθεί πολλές ιστορίες.
«Η έδρα μας ήταν το Καλαμάκι. “Σαν Τροπέ” το λέγαμε τότε», αναφέρει και μας λέει μια ιστορία για το πώς προέκυψε η λέξη “καμάκι”.
«Ήταν μια Αγγλίδα, η Σούζαν, ωραία κοπέλα, χορεύτρια και τραγουδίστρια. Τότε που βγάλαμε τη φωτογραφία με την πετσέτα με το σήμα της Ειρήνης στα 1971, ήμασταν στην παραλία στο Καλαμάκι και πολλοί από εμάς ψαρεύαμε χταπόδια με τα καμάκια. Το έβλεπε αυτή και της έμεινε. Την επόμενη μέρα πήγε μια βόλτα στο λιμάνι και γύρισε αναστατωμένη στο Καλαμάκι. “Τι έγινε, ρε Σούζαν;” τη ρωτήσαμε, “μου όρμησαν στο λιμάνι 4 – 5 άτομα, με τα χέρια… Όπως εσείς ψαρεύατε τα χταπόδια με το καμάκι έτσι ήλθαν και σε εμένα!”. Της την “έπεσαν” κάποιοι τώρα με άσχημο τρόπο και πήγαν να της βάλουν χέρι. Τέλος πάντων αυτό μας έμεινε και αρχίσαμε να το λέμε γι’ αυτόν που ψάχνει γυναίκα: “Την καμάκωσα”, “Αυτός είναι καμάκι” κ.ά. Μετά τον χειμώνα όταν είχαμε ανέβει στην Αθήνα διάφοροι “Κολομπίτες” των Χανίων το λέγαμε και εκεί “ρε συ κάνε καμάκι” αν βλέπαμε μια ωραία γυναίκα. Το άκουγε ο κόσμος και έμεινε η έκφραση. Γι’ αυτό σου λέω το “καμάκι” βγήκε από τα Χανιά, όχι από τη Μύκονο που λένε…», αναφέρει ο Γιάννης.
ΩΡΑΙΟΙ ΤΥΠΟΙ
Τον ρωτάμε για το στυλ του εν Χανίοις “καμακιού”. «Ήμασταν ωραίοι τύποι, προσεγμένοι, γυμνασμένοι, παίζαμε ρακέτες, βόλεϊ, κολυμπούσαμε. Πηγαίναμε στην κοπέλα, της λέγαμε “είσαι πολύ όμορφη”, “είσαι πολύ ωραία”, “θέλεις να κάνουμε παρέα”; Δεν κάναμε χυδαιότητες… Ξέραμε και να χάνουμε, υπήρχαν και αποτυχίες, αν μας απόρριπτε μια γυναίκα, δεν την βρίζαμε, δεν είχαμε άσχημη συμπεριφορά! Παίζαμε ρακέτες συνέχεια, έφευγε το μπαλάκι πήγαινε εκεί που καθόταν η κοπελιά, πήγαινες να το πάρεις, έκανες τη γνωριμία σου…Το ωραιότερο καμάκι γινόταν στο ντους. Έβλεπαν οι δικοί μας μια ωραία κοπέλα που καθόταν στον ήλιο, πήγαιναν να της μιλήσουν, έτρωγαν τη χυλόπιτα. Στο ντους στο καλαμάκι ήταν τότε ο κ. Πέτρος και εισέπραττε μια δραχμή για τη χρήση του, αλλά τις τουρίστριες τις άφηνε τζάμπα. Με συμπαθούσε λοιπόν και μου έκανε νόημα και πήγαινα τότε να ανοίξω συζήτηση, να τους πιάσω κουβέντα, αφού είχαν κάνει το μπάνιο τους».
Πέρα από την παραλία γνωριμίες γίνονταν και σε άλλα σημεία. «Πηγαίναμε στο λιμάνι και κατεβαίναμε τη Χάληδων και έπεφταν πάνω σου οι γυναίκες. Ήταν πολλές που ψάχνονταν, ήταν πιο απελευθερωμένες, πιο άνετες, τους άρεσε και το στυλ του μελαχρινού Έλληνα. Όταν τις γνωρίζαμε πηγαίναμε σε εστιατόρια, δεν υπήρχαν τότε καφετέριες και beach bar όπως τώρα. Στις ντίσκο ήταν η Number One, η Stork, το Κρι-κρι, το Vat, το “Λυχνάρι”. Ντυνόμασταν ωραία, μαύρο πουκάμισο, άσπρο παντελόνι, ή όλα μαύρα – όλα άσπρα. Είχε έλθει και μια Αμερικάνα δημοσιογράφος που έκανε ρεπορτάζ και μας είχε πάρει συνέντευξη για το “καμάκι”. Με ρώτησε και αυτή πώς γνωρίζουμε τις τουρίστριες. Και της λέω π.χ. ότι ο ρεσεψιονίστ του ξενοδοχείου του “Λουκία” ήταν φίλος μου, αυτός ρωτούσε τις πελάτισσες του από πού είναι, σε ποια πόλη μένουν, σε ποιο μαγαζί συχνάζουν εκεί και μου τα μετέφερε. Την έβλεπα μετά εγώ στον δρόμο την κοπέλα και της έλεγα “ωωω σε έχω δει στο τάδε club, στην τάδε πόλη”. Ξαφνιαζόταν! Αυτός ο τρόπος ήταν αλάνθαστος, έπιανε πάντα. Τρελάθηκε η Αμερικάνα δημοσιογράφος το έγραψε κατευθείαν στις σημειώσεις της. “Οι καλές πληροφορίες, είναι το πιο σημαντικό”, της λέω…Μετά η οικογένειά μου είχε ένα ξενοδοχείο στη 1866 το “Αβέρωφ”. Έβλεπα και εγώ τι έμπαινε, τι έβγαινε, μόλις μου άρεσε κάποια πήγαινα κατευθείαν να της μιλήσω. Υπήρχαν φορές που γνώριζες μια, της έκλεινες ραντεβού για το βράδυ, αλλά γνώριζες στο “καπάκι” μια άλλη και πήγαινες με αυτή. Θυμάμαι που είχα κλείσει ραντεβού με μια Γαλλίδα αλλά δεν πήγα, γιατί γνώρισα μια Σουηδέζα. Ήμουν με τη Σουηδέζα στο club, έρχεται η Γαλλίδα και με ρωτάει “είσαι ο Ζαν;”. Τι να πω και εγώ “όχι, όχι, μάλλον θα συνάντησες τον δίδυμο αδελφό μου”».
ΠΛΑΚΕΣ
«Γνώρισα ένα ξεναγό που έφερνε από τα Μάλια κάθε Παρασκευή ένα λεωφορείο γυναίκες για να πάνε την επομένη στη Σαμαριά. Μου λέει λοιπόν αυτός να τις συνοδεύσω στη θάλασσα.  Αποφασίζω να κάνω μια πλάκα στην παρέα μου στο Καλαμάκι! Συνεννοούμαι λοιπόν με τις τουρίστριες, θα ήταν καμιά 20αριά, να πάνε στο Καλαμάκι να ξαπλώσουν στη σειρά στην παραλία και μετά μόλις εμφανιστώ να τρέξουν, να με περικυκλώσουν, να με αγκαλιάσουν! Τους άρεσε η ιδέα και συμφώνησαν… Πάνε στο Καλαμάκι, ξαπλώνουν, “πέφτει σύρμα” εκεί στα “καμάκια” που είναι από πάνω και “ξερογλείφονται” και ετοιμάζονται, εμφανίζομαι λοιπόν και τρέχουν αυτές με περικυκλώνουν φωνάζοντας “Τζον, Τζον”, έπαθαν πλάκα οι δικοί μου!… Κάτι άλλο που κάναμε ήταν οι γάμοι. Κοιτούσαμε στην εφημερίδα πού θα γινόταν γάμος, παίρναμε λοιπόν τις ξένες και πηγαίναμε εκεί στο τραπέζι, χωρίς να ξέρουμε το ζευγάρι ή τους κουμπάρους. Είχε έλθει πίσω στα Χανιά ένας φίλος, ο “Μάικ”, που έλειπε για μια 10ετία στην Ελβετία. Γνωρίζω λοιπόν 5 Γερμανίδες και λέω στον φίλο θα τις πάμε βόλτα σε γάμο. Βρήκαμε ένα γάμο στις Μουρνιές, πάμε λοιπόν εκεί και καθόμαστε στο τραπέζι. Έλα όμως που ο γαμπρός ήταν παιδικός φίλος του “Μάικ”! Τρελάθηκε ο γαμπρός νόμιζε ότι ο άλλος ήλθε από την Ελβετία για τον γάμο! Μας έβαλαν μπροστά στην πίστα με τις Γερμανίδες και “δώστου” να μας φέρνουν φαγητά και ποτά! Ωραίες πλάκες, ωραίες εποχές… Μετά κάπου χάλασε η δουλειά τη δεκαετία του ΄80, ήταν κάποιοι που την “έπεφταν” άσχημα, κάποιοι άλλοι που προσέγγιζαν τις κοπελιές για να τις κλέψουν. Π.χ. ήταν τότε τα “Λυράκια” όπου σύχναζαν πολλές ξένες και “καμάκια” αλλά τις μεθούσαν, τσακώνονταν μεταξύ τους, αν πήγαινες με ξένη εκεί της την έπεφταν για να την πάρουν».
Το τελευταίο “καμάκι” του Γιάννη ήταν και το καλύτερο καθώς γνώρισε την Karen, που έγινε γυναίκα του και μαζί έφτιαξαν μια ωραία οικογένεια.
«Ο ΤΡΟΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΝ…»
«Εμένα η διαφορά ήταν ότι μου έκαναν καμάκι οι γυναίκες, δεν έκανα καμάκι…», είναι τα λόγια του Νίκου. Γέννημα – θρέμμα του παλιού λιμανιού, μεγάλωσε με μεγάλες δυσκολίες τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αργότερα δούλεψε στον τουρισμό, έφυγε στο εξωτερικό, ξαναγύρισε, έκανε δική του δουλειά.
«Δεν θέλω να το παινευτώ αλλά ήμουν πολύ παιδαράς όταν ήμουν νέος. Έτσι δεν μου έλειπαν οι κατακτήσεις. Πάνω που είχα τελειώσει τον στρατό και βλέπω ένα κολλητό μου εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 να φτιάχνει ένα μαγαζί στη Νέα Χώρα. “Νικόλα θα κάνω ντισκοτέκ, σε θέλω γιατί ψάχνω άτομο να παίξει μουσική”, μου λέει. Ξέρεις εγώ ήμουν “γιεγιές”, μου άρεσε η ξένη μουσική, είχα και έχω ακόμα πολλούς δίσκους. Είπα λοιπόν ναι και ξεκίνησα να δουλεύω τότε στη Number One την πρώτη ντίσκο των Χανίων ως Dj. Ως Dj τότε δεν χρειαζόταν να κάνεις τίποτα, οι γυναίκες έρχονταν σε εσένα», θυμάται ο Νίκος.
Του ζητάμε να φέρει στη μνήμη του κάποια ιδιαίτερα συμβάντα. «Εκεί που είναι τώρα το Starbacks στην πλατεία Συντριβανίου ήταν ένα καφενείο. Καθόμασταν εκεί μια παρέα και  κατεβαίνουν δύο κοπέλες από τη Χάληδων πανέμορφες! Μου λέει ένας φίλος εκεί “αν πας και τις φέρεις εδώ έχει κέρασμα από μένα ένα τραπέζι”. Περνάνε αυτές από μπροστά τις ακολουθώ, τις περνάω, μπαίνω μπροστά και τις σταματώ. Τότε δεν μιλούσα πολύ καλά τη γλώσσα, σπαστά Αγγλικά αυτό όμως άρεσε στα κορίτσια έτσι που προσπαθούσα να τους μιλήσω τους φάνηκε διασκεδαστικό. Τους λέω, λοιπόν, ότι έβαλα στοίχημα με έναν φίλο μου ότι είναι  Σουηδέζες. Γελούσαν αυτές, μου λένε δεν είναι Σουηδέζες, “κρίμα” τους λέω “έχασα το στοίχημα… Δεν έρχεστε εδώ στο καφενείο να σας κεράσουμε” και ήλθαν! Έπαθαν εγκεφαλικό οι άλλοι, μέσα σε 3 – 4 λεπτά τις είχα φέρει στο τραπέζι μας».
Ακολούθησαν πολλές άλλες γνωριμίες και ταξίδια στο εξωτερικό, αφού «αυτές που γνώριζα το καλοκαίρι με προσκαλούσαν μετά στη χώρα τους τον χειμώνα και πήγαινα. Έχω πάει και εγώ δεν ξέρω σε πόσες χώρες».
Όσο για το “μυστικό” πέρα από την εμφάνιση για τον Νίκο ήταν ο τρόπος. «Πάντα ήμουν χαλαρός. Μιλούσα ωραία, δεν πήγαινα σα χωριάτης. Ήταν μερικά “καμάκια” που ήθελαν αμέσως να ρίξουν τη γυναίκα στο κρεβάτι… μα δεν γίνονται έτσι τα πράγματα ρε παιδιά. Δεν γίνεται! Εγώ είχα έναν ωραίο τρόπο, τον σωστό κατά την άποψή μου. Ήμουν τζέντλεμαν! Επίσης είναι σημαντικό να ψυχολογήσεις τη γυναίκα. Τι ρόλο παίζει, τις της αρέσει, είναι ευαίσθητη, ρομαντική, πιο δυναμική. Τα πρώτα “καμάκια” έβλεπαν τουρίστρια και έπεφταν πάνω της λες και δεν είχαν ξαναδεί γυναίκα!».

΄80ς: Οι «Λάκηδες»…που δεν τους ξέφευγε τίποτα
Αρχές δεκαετίας του ΄80 ήταν από τις “χρυσές” εποχές του “καμακιού” στα Χανιά, αφού ο τουρισμός γινόταν πιο μαζικός. Ανάμεσα στα “καμάκια” αυτών των ετών οι “Λάκηδες”. Μια παρέα 4 – 5 νέων Χανιωτών της εποχής. «Ήταν ψηλοί, γυμνασμένοι, φορούσαν ωραία ρούχα για την εποχή, μαύρα γυαλιά και δεν “κώλωναν” πουθενά. Αν ήταν να την πέσουν σε τίποτα χίπισσες έβαζαν χαϊμαλιά, αν ήταν να την πέσουν σε τίποτα κυριλέ ντύνονταν ανάλογα. Τους έλεγαν “Λάκηδες” γιατί -ο ας πούμε αρχηγός τους- λεγόταν Λάκης και έτσι είχε βγει το όνομα σε όλη την παρέα. Η αλήθεια είναι πως τους κυνηγούσαν και οι γυναίκες γιατί ήταν ωραία παιδιά. Δεν υπήρχε περίπτωση να την πέσουν σε γυναίκα και να μην φύγουν μαζί της, δεν “παίζονταν” με τίποτα οι τύποι. Θυμάμαι ένα ζευγάρι Αυστριακών που είχε έλθει για “μήνα του μέλιτος” και ένας από τους “Λάκηδες” ξελόγιασε τη γυναίκα και την πήρε, την έψαχνε ο άνδρας της πήγε και τη δήλωσε στην Αστυνομία! Απίστευτα πράγματα! Τους έβλεπες να κατεβαίνουν στην παραλία και σε πέντε λεπτά να ανεβαίνουν και πάλι με μια γυναίκα ο καθένας!», θυμάται ο Kωστής, παλιός του λιμανιού.
Τους “Λάκηδες” θυμάται και ο Σωκράτης Μελισσινός. «Τους “Λάκηδες” επειδή ήταν ωραία παιδιά τους κυνηγούσαν οι ξένες, τους έψαχναν».
Δική του ομάδα είχε ο Γιώργος που διατηρούσε πανσιόν στην πόλη. «Το 1983 ήμουν 20 χρονών και μαζί με άλλους 4 φίλους κυνηγούσαμε τις ξένες, γιατί ήταν πιο απελευθερωμένες. Μέχρι τότε οι περισσότερες ντόπιες έμεναν στο λιμάνι μέχρι τις 7 – 8 το απόγευμα. Μετά σπίτι τους. Εγώ ήμουν τυχερός γιατί είχαμε μια πανσιόν και καθημερινά πήγαινα στο ΚΤΕΛ. Έβλεπα αυτές που έρχονταν με τα σακίδια και τους πρότεινα να έλθουν στην πανσιόν μας. Αν μου άρεσαν τους έλεγαν να βγούμε το βράδυ, να πάμε για φαγητό, για χορό. Οι περισσότερες ήταν Γερμανίδες και Αγγλίδες και κάποιες Ιταλίδες. Ήταν από ντίσκο η Majestic, η Αριάδνη, η Εστέλ, η Φιγκαρό, η Λατώ, η Stork. Τα μαγαζιά μάς ήθελαν και μας έλεγαν ανοικτά να τις φέρνουμε στα δικά τους εστιατόρια, στα δικά τους καφέ και μας έκαναν καλύτερες τιμές για τα δικά μας ποτά και μας κερνούσαν και μερικές φορές. Μας θέλανε γιατί τους φέρναμε κόσμο. Έπαιρνα το αμάξι του πατέρα μου και τις πηγαίναμε βόλτα στο Μάλεμε στο “Χανδρής” το ξενοδοχείο που έκανε beach party, στη “Σφίγγα” τη Ντίσκο εκεί, σε μια άλλη που υπήρχε στις Καλύβες. Το κόστος ζωής μας επέτρεπε να ζούμε καλά. Ήταν το μεροκάματο τότε 2.500 δρχ. τη μέρα, 100 δρχ. ο καφές, το Μάλμπορο 37 δρχ. Υπήρχε και αλληλοϋποστήριξη μεταξύ μας και εμπιστοσύνη, οι φίλοι ήταν φίλοι! Μετά το χειμώνα από τις καλοκαιρινές γνωριμίες πηγαίναμε για να τις βρούμε στη Γερμανία και στις χώρες τους και μας φιλοξενούσαν αυτές. Θυμάμαι ότι είχε κατέβει τότε η ΕΡΤ με ένα συνεργείο το 1985 και είχε κάνει εκπομπή για τα “καμάκια” στο “Κανάλι” και είχα μιλήσει τότε. Επειδή έπαιζα μπάλα επρόκειτο να πάρω μετεγγραφή από μια ομάδα του τοπικού σε άλλη. Τη μέρα που θα υπέγραφα μου λένε εκεί «σε είδαμε χθες στην ΕΡΤ να μιλάς για τα “καμάκια”. Αφού ξενυχτάς πως θα παίζεις; Η μετεγγραφή παραλίγο να μην προχωρήσει … Τώρα, τόσα χρόνια μετά μαζευόμαστε η ίδια παρέα, τα συζητάμε και γελάμε με τις παλιές μας ιστορίες».
Ρωτάμε τον Γιώργο για τους “Λάκηδες”. «Αυτοί ήταν άλλη παρέα. Άλλαζαν ρούχα πρωί, μεσημέρι, βράδυ, φορούσαν και κάτι φουλάρια στον λαιμό. Δεν ήταν μορφωμένα παιδιά, αλλά είχαν θράσος, ήταν ομορφόπαιδα. Ό,τι ήθελαν το έπαιρναν. Λίγα Αγγλικά ήξεραν, αλλά ήταν από το πρωί μέχρι το βράδυ στο λιμάνι. Δεν έκαναν τίποτα άλλο, το έπαιζαν εραστές και τους κερνούσαν οι κοπέλες γιατί αυτοί δεν είχαν λεφτά. Είχαν βρει ένα τρόπο να περνάνε καλά την τουριστική σεζόν. Θα το έκαναν για καμιά 10ετία. Κινούνταν μόνο στο λιμάνι και στην παλιά πόλη γιατί δεν είχαν μεταφορικό μέσο…».
ΣΤΙΣ ΜΟΥΣΕΣ
Από το 1978 στο παλιό λιμάνι στις “Μούσες” ο Σωκράτης Μελισσινός, τότε το μαγαζί του ήταν επίκεντρο της όλης τουριστικής κίνησης. «Τέλη ΄70 και αρχές ΄80, είχαμε ελάχιστους Σκανδιναβούς στα Χανιά. Ήταν περισσότερες Γαλλίδες, Γερμανίδες και βέβαια Αγγλίδες. Λέγαμε όλοι τα δικά μας τα παιδιά “καμάκια” αλλά στην ουσία οι ξένες ήταν που ζητούσαν συντροφιά και τους την έπεφταν. Ηλιοκαμένα τα δικά μας τα παιδιά είχανε μεγάλη πέραση. Το μαγαζί μου θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι το ΄81 όταν το κλείναμε στις 3 τα ξημερώματα μπορεί να περίμεναν απ’ έξω και 80 ξένα κορίτσια. Γιατί; Γιατί μετά τις παίρνανε και πήγαιναν σε διάφορα σπίτια στο Ακρωτήρι ήταν δύο, ένα στη Χαλέπα, όπου γίνονταν πάρτι μέχρι το πρωί. Καταλαβαίνεις τι γινόταν…Αλλά και άλλα πολλά πράγματα γίνονταν τότε στο λιμάνι γιατί έρχονταν ζευγάρια ξένων πολύ απελευθερωμένων που έκαναν διάφορα πράγματα που τρελαίνονταν οι δικοί μας γιατί και τα ήθη ήταν ακόμα λίγο αυστηρά. Μετά με τους Σκανδιναβούς που έφεραν τα γραφεία τα πράγματα χαλάρωσαν ακόμα περισσότερο…».
ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΚΑ ΠΑΙΔΙΑ
Όλοι οι συνομιλητές μας έχουν να θυμηθούν όμως και κάποιες άσχημες ιστορίες. «Ήταν και ορισμένοι που προσέγγιζαν τις ξένες με άλλους σκοπούς, για να τις κλέψουν. Γνώριζε ο άλλος μια τουρίστρια πήγαιναν για μπάνιο στη Νέα Χώρα και κανόνιζε όταν ήταν μέσα στη θάλασσα ο κολλητός του να πάει να ψάξει τα πράγματά της και να της πάρει λεφτά, χρυσαφικά ό,τι είχε. Επίσης άλλοι τις μεθούσαν επίσης για να τις κλέψουν. Ήταν και αυτά συμπτώματα της εποχής», θυμάται ένα παλιό “καμάκι”.
Ο Σ. Μελισσινός πάλι θυμάται πως «ήταν και ορισμένοι κακά παιδιά. Τους είχα “κόψει” από το μαγαζί! Αν πατούσαν μέσα θα τους έκοβα τα πόδια και το είχα ξεκαθαρίσει και στην Αστυνομία και σε κάθε υπεύθυνο. Γιατί; Γιατί έκαναν ασχήμιες, σαχλαμάρες, έβαζαν φασαρίες! Το μαγαζί μου είχε ένα “πρόσωπο”, ήταν κάθε μέρα γεμάτο, δεν μπορούσα να δεχθώ άσχημες συμπεριφορές από κάτι “μαγκάκια”».


΄90ς: «Αποστολή… Πλατανιάς»
«Γιατί έκανα “καμάκι”; Προσωπικά μου άρεσε ο τύπος αυτός της γυναίκας, η ξανθιά,η ψηλή, η γαλανομάτα. Στο τέλος βέβαια παντρεύτηκα Ελληνίδα και μελαχρινή (γέλια)», αναφέρει ο “Παντελής” που μαζί με τον “Γιάννη” δραστηριοποιούνταν έντονα τη δεκαετία του ΄90 στο “σπορ”. «Σε εμένα αυτό που άρεσε περισσότερο από όλα ήταν το φλερτ. Η φάση του να πας, να της μιλήσεις, να την “ψήσεις”. Αυτό για μένα ήταν το πιο ωραίο πράγμα», λέει ο “Γιάννης”.
«Τελειώσαμε το Λύκειο το ΄91. Άλλος φοιτητής, άλλος στρατιώτης, άλλος βρήκε μια δουλειά. Ήμασταν μια παρέα 4 – 5 άτομα που βρισκόμασταν τα καλοκαίρια και ψάχναμε για τουρίστριες. Αυτό γίνονταν για 6 – 7 χρόνια, άλλοτε πιο έντονα, άλλοτε πιο χαλαρά. Είχαμε έναν φίλο που δούλευε στη Νέα Χώρα και μας έλεγε τι κυκλοφορούσε εκεί στην παραλία, κάναμε “περασάδες” και εμείς στους Αγ. Αποστόλους στο “Ιguana”, στις άλλες καντίνες. Και βέβαια κάθε σχεδόν βράδυ στον Πλατανιά. Αρχικά με τα παπάκια, μετά με το παλιό Citroen πατέρα φίλου μας. Παρκάραμε πίσω από τον “Μύλο του Κερατά” και η… περιπολία μας ήταν στον κεντρικό δρόμο. Ήταν νύχτες που μπορεί να πηγαίναμε και 3 και 4 φορές μέχρι και το Rock House. Την “πέφταμε” σε αυτές που έκαναν βόλτα στα μαγαζιά, που κάθονταν στην πλατεία, όχι πάντα με επιτυχία, αλλά σου είπα μας άρεσε το φλερτ. Θυμάμαι να έχουμε γνωρίσει δύο Νορβηγίδες και στο cafe που πήγαμε δούλευε επίσης μια Νορβηγίδα. Τους έλεγε αυτή στη γλώσσα τους, γιατί μας το μετέφεραν, ότι “να προσέχετε”, “να μην τους έχετε εμπιστοσύνη”. Εντάξει, εμείς γελούσαμε γιατί δεν είχαμε κατά νου κάτι κακό», θυμάται ο “Γιάννης”. Ο “Παντελής” πάλι ξαναγυρίζει νοερά στα στέκια. «Πολύ καλό για γνωριμίες ήταν τότε το “Splendid” που υπάρχει ακόμα, η “Διέλευση”, το “Eclipse”. Εκεί μπορούσες εύκολα να κάνεις γνωριμία, αν και δεν συνέφερε να κάτσεις πολύ με γυναίκα γιατί στα μαγαζιά αυτά ήταν πολλά τα “καμάκια”, ήταν και οι “μπάρμεν” και οι Dj που παίζανε “μπάλα” και είχανε το πλεονέκτημα ότι μπορούσαν να κεράσουν όσο θέλουν και να την έχανες τη δικιά σου. Όταν λοιπόν γνωρίζαμε κάποιες θα της πηγαίναμε τότε στην “Ουτοπία”, που ήταν πιο χαλαρό μέρος και καλύτερο για να γίνει κάτι. Άλλοι πήγαιναν και στο “Rock House” όπου σύχναζαν πιο ώριμες γυναίκες. Βέβαια υπήρχε και η “Portocali” ήταν από τις καλύτερες disco τότε στη χώρα. Πηγαίναμε από νωρίς για να δούμε τι παίζεται, σε ποια σημεία κάθονται και είναι μόνες τους και  περιμέναμε να ξεκινήσει το πρόγραμμα, να κατέβουν τα ρομποτικά από την οροφή, να πλημμυρίσει η πίστα καπνό και μετά να μπει όλο το μαγαζί να χορεύει. Εκεί ήταν η καλύτερη ευκαιρία για γνωριμία, πάνω στον χορό! Όταν άνοιξε και ο “Μύλος” πηγαίναμε και από εκεί αν και στην αρχή είχε “σκληρή” πόρτα. Στην παλιά πόλη ήταν τότε το “Klik”, το “Ελ Μούντο”, το “Νota Bene” που ήταν καλά στέκια αρκεί να μην ήταν πολλοί Αμερικάνοι από τη Βάση και τα πλοία γιατί έπιναν πολύ, την έπεφταν άγαρμπα και έκαναν και φασαρίες. Αυτά μέχρι τέλη του ΄90, μετά… σοβαρευτήκαμε. Τώρα όλοι λένε ότι ελάχιστο “καμάκι” γίνεται. Κάτι παιδιά Αλβανοί κάτι Σύροι που δουλεύουν στα μαγαζιά αυτοί κάνουν “καμάκι”».
Όσο για τις τεχνικές προσέγγισης, οι φίλοι μας θυμούνται δύο χαρακτηριστικές. «Ήταν ένας από την παρέα που δεν ήταν ζωόφιλος. Φρόντιζε όμως να δανειστεί ένα κουτάβι πολύ μικρό το καλοκαίρι, το έπαιρνε λοιπόν και κατέβαινε στην παραλία. Τρελαίνονταν τα κορίτσια, “τι γλυκό” και “τι ωραίο! Και πώς το λένε;”. Γινόταν στο πι και φι η γνωριμία, καθόταν δίπλα τους, κανόνιζε για το βράδυ. Δύο άλλοι, πάλι είχαν πάρει μια κάμερα της εποχής, με βιντεοκασέτα και ένα μικρόφωνο. Πήγαν λοιπόν στο Λαφονήσι και έλεγαν ότι είναι από το ΜΤV και ότι κάνουν ένα ρεπορτάζ για την περιοχή και όπου ήταν γυναίκες πήγαιναν και τις ρωτούσαν δήθεν γιατί ήταν δημοσιογράφοι. Πήγαν σε όσες βρήκαν εκεί και μετά κάθισαν για να ξεκουραστούν σε αυτές που τους άρεσαν περισσότερο…».